ΠΟΛΗ

Ο ωραίος αθηναϊκός Μεσοπόλεμος στην οδό Ανάφης

Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Η γεύση της αθηναϊκότητας εντοπίζεται στις συνοικίες. Με τρόπο ακραιφνώς πηγαίο και ανεπιτήδευτο, τα σπίτια και οι πολυκατοικίες της Αθήνας αναβλύζουν αδιάκοπα τις ιστορίες των συνοικιών και είναι φορές που ένα τυχαίο μπαλκόνι σε έναν όροφο μιας μεταπολεμικής πολυκατοικίας μπορεί να προκαλέσει μια αδιόρατη συγκίνηση, να γίνει μια λίμνη συναισθήματος. Οσο πιο άσημη είναι μια οδός τόσο πιο πρωτογενή είναι τα αθηναϊκά της τρόπαια. 

Τα συναντώ ως λάφυρα μιας ορισμένης διαδρομής, για αυτό όταν τις προάλλες επέστρεψα στους δρόμους πάνω από την Πατησίων, σε ένα κομμάτι από τα βαθιά της πετρώματα, από τα λιγότερο μυθολογημένα, είχα την αίσθηση ότι ήμουν γεωργός του παλιού καιρού σε ένα χωράφι γνώριμο, με τα χώματα ανασκαλεμένα και εύφορα. Στα δρομάκια με τα ονόματα των νησιών γνωρίζω πως θα συναντήσω αυτό που υπήρξε μαζί με αυτό που γεννιέται, σε ένα αμάλγαμα εμπειρίας και ονειροπόλησης. 

Ανέβηκα την οδό Κέας και μετά από Νάξου και Αγίας Ζώνης, ανεβοκατέβηκα την Πάρου, την Αμοργού, την Αστυπάλαιας, την Ανάφης…

Τα κατάλοιπα από την πρώτη περίοδο οικοδόμησης, που σε αυτά τα δρομάκια την υπολογίζω από το 1910 ώς το 1930, φανερώνονταν είτε σε μικρά μέτωπα είτε σαν σφήνες ή γωνιακές απολήξεις. Χρειάζεται κάποιος χρόνος παραμονής σε αυτούς τους δρόμους έτσι ώστε η ατμόσφαιρα της γειτονιάς και το σιγοψιθύρισμα των σπιτιών να σταλάξει αβίαστα και να γίνει κάτι καινούργιο, το γέννημα μιας νέας ώσμωσης, κάτι ολωσδιόλου προσωπικό. Αυτό το βίωμα μου έδινε δύναμη και με απελευθέρωνε και η ολοένα και πιο προσεκτική παρατήρηση όσων έβλεπα με έκανε να σταθώ στην οδό Ανάφης.

Σκέφτηκα πως κάθε δρόμος αξίζει τη βιογράφησή του, δεν βρήκα δρόμο αδιάφορο. Στην Κέας είδα τις γεωμετρημένες αρ ντεκό πόρτες στους αριθμούς 7 και 15, στη Νάξου τις δίδυμες πόρτες σε χρώμα κρεμ στον αριθμό 47, το κίτρινο σπίτι στο 3 της οδού Αστυπάλαιας και πιο ψηλά Αμοργού και Αγίας Ζώνης το ψηλό λευκό σπίτι, σαν ένα αιγαιοπελαγίτικο ακρόπρωρο του μοντερνισμού. Λαμπύριζε στο φως το ήλιου σαν να έχει καραβόπανα απλωμένα στο πέλαγος και διάβαζα ψηλά στη στέψη του: «Ιδιοκτησία Βασιλείου Δ. Γελαδάρη εν έτει 1936». 

Στάθηκα όμως στην οδό Ανάφης, όπου βρήκα μεγάλη πυκνότητα ωραίων σπιτιών και σκέφτηκα ότι η όψη της αγγίζει ένα όριο μοναδικότητας. Ελάχιστοι θα φτάσουν ώς εδώ απλώς για να τη γνωρίσουν, για αυτό και οι προσόψεις της μοιάζουν ριζωμένες, χωνεμένες στη γη, χωρίς τα θωπευτικά βλέμματα περιηγητών και πρόσκαιρων εραστών. Από την αρχή, στη γωνία με την Πατησίων ώς ψηλά στη Μεγίστης, η Ανάφης είναι μια μικρογραφία της συνοικιακής Αθήνας. Ωστόσο, έχει και κάποια σπίτια που ξεχωρίζουν, που δείχνουν με την ποιότητα και την πλαστικότητά τους, ότι σε αυτόν τον δρόμο κατοίκησαν άνθρωποι που εκτίμησαν την ομορφιά, το μέτρο και την αρμονία. Αν δείτε το μεσοπολεμικό αρχοντόσπιτο στον αριθμό 11 της Ανάφης, θα έρθουν στον νου οι αντίστοιχες προσόψεις στη Δροσοπούλου, στην Ιμβρου, στην Τενέδου, εκείνο το δίκτυο των μεσοπολεμικών πειραμάτων στη μορφή με υψηλή αισθητική και ακριβά υλικά. 

Πάνω-κάτω στην Ανάφης υπάρχει η βεντάλια του Μεσοπολέμου, από τα χρόνια του ’20 (στους αριθμούς 17 και 19) ώς τα χρόνια του ’30 (στους αριθμούς 3, 21, 29 και 31). Αυτή η πυκνότητα με βυθίζει σε ονειροφαντασία και μπροστά στο κλειστό διώροφο στο νούμερο 29, αναλογίζομαι ποιος να έμενε εκεί και πόσο ωραία βιβλία θα είχε μέσα για να έχει επιλέξει να έχει ένα σπίτι τόσο κομψό, τόσο ξεχωριστό. Αυτή η Αθήνα έζησε και ξοδεύτηκε. Υπάρχουν εκεί τα τεκμήρια, τρόπαια αφημένα στη γη.