ΠΟΛΗ

Η μουσική Αθήνα του Διονύση Λαυράγκα

Η μουσική Αθήνα του Διονύση Λαυράγκα

Το έτος 1889, ο Διονύσης Λαυράγκας, ο συνθέτης που επί της ουσίας εισάγει το μελόδραμα στην ελληνική ζωή, επισκέπτεται για πρώτη φορά την Αθήνα. Είναι 29 ετών και ορμητικός, δραστήριος, ταξιδεμένος. Η Αθήνα ζει περίοδο μεγάλης ανοικοδόμησης. Παρακολουθώ τα βήματά του στην πρωτεύουσα, καθώς βυθίζομαι στα απομνημονεύματά του, ένα βιβλίο συναρπαστικό (εκδ. Γκοβόστη) που ξεδιπλώνει τον χάρτη για μια παράλληλη ανάγνωση στην εσωτερική γεωγραφία της Αθήνας.

Αν σκεφθεί κανείς πόσο σημαντικός υπήρξε ο Κεφαλονίτης Λαυράγκας για την ανάπτυξη της μουσικής ζωής στην Ελλάδα, και πόσο παραγνωρισμένο είναι σήμερα το ίχνος του, αντιλαμβάνεται, μέσα από αυτήν την περίπτωση, για ποιο λόγο εμφανίζεται τόσο αποχυμωμένη και η ίδια η κατανόηση του ιστορικού ίχνους στην Αθήνα και σε όλες τις πόλεις της χώρας. Συχνά, όταν διέρχομαι από την πλατεία Κοτζιά φέρνω στον νου το Δημοτικό Θέατρο που υπήρχε εκεί ή όταν περνάω από το Θέατρο Ολύμπια στην Ακαδημίας, έρχεται από μόνη της η εικόνα του παλιού θεάτρου, που χτίστηκε γύρω το 1916, πάνω στο παλαιότερο θερινό θέατρο του Αρνιώτη. Αυτές οι σκιές αιμοδοτούν. Οι μορφές αυτών των θεάτρων που δίδαξαν στους Αθηναίους μουσική και τους διαπαιδαγώγησαν ως κοινό, διασώζονται μέσα από φωτογραφίες, αφανίστηκαν χωρίς πολλή σκέψη.

Ενας μεγάλος χάρτης της Αθήνας με τα μεγάλα και μικρά θέατρα, τις πρόχειρες σκηνές και τα θερινά παραπήγματα, θα μας έδινε εκείνες τις διαδρομές που χάθηκαν πλέον στον χρόνο, μαζί και η ζώσα μνήμη. Ακούω τα βήματα του Διονύση Λαυράγκα στα πεζοδρόμια της Σταδίου, το 1894, βήματα περπατημένα ήδη στο Παρίσι, στη Νάπολη, στη Μάλτα. Κατευθύνεται στην καρδιά της Αθήνας, εκεί όπου ήταν το παλιό «Βαριετέ», η πρώτη έδρα της Φιλαρμονικής Εταιρείας Αθηνών. Πιθανότατα ήταν γωνία Αριστείδου και Σοφοκλέους, εκεί όπου ανεγέρθηκε γύρω στο 1970 το μέγαρο του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου (που κατά σύμπτωση επρόκειτο να χτιστεί αρχικά στη θέση του κατεδαφισμένου, το 1940, Δημοτικού Θεάτρου).

Το «Βαριετέ», χειμερινό, αρχικά, και μετά μόνο θερινό, ήταν δίπλα στο Μέγαρο Χατζανέστη, το επιβλητικό κτίριο, γωνία Σταδίου και Πεσμαζόγλου (απέναντι από την Alpha Bank) που ήταν και η κατοικία της ξακουστής Λαίδης Λω (αδελφής του αξιωματικού Γεωργίου Χατζανέστη, ενός εκ των «εξ» που εκτελέστηκαν το 1922), συζύγου αρχικά του Εδουάρδου Λω και μετέπειτα του πολύ νεότερού της, Γιώργου Πειρουνάκη, που εκτελέστηκε ως συνεργάτης των Γερμανών. Ολες αυτές οι φαιδρές αλλά και τραγικές ιστορίες είναι θαμπές στη μνήμη αλλά έρχονται στην επιφάνεια απρόσμενα, επιμένουν να ανοίγουν θυρίδες φωτός. Τη Λαίδη Λω τη μνημονεύει και ο Λαυράγκας. Η μορφή της στοίχειωνε την Αθήνα, αν και τα τελευταία χρόνια ώς τον θάνατό της, το 1940, είχε αποτραβηχτεί στην έπαυλή της στο Παλαιό Φάληρο. Από τον τρόπο που αφηγείται ο Διονύσης Λαυράγκας, φαίνεται πόσο σπινθηροβόλο πνεύμα ήταν. Αλλά και πόσο απρόβλεπτη ήταν η ζωή στην Αθήνα και πόσος κόπος χρειαζόταν για να εκπαιδευτεί το μουσικό αυτί των Αθηναίων. Θα πρέπει να θυμηθούμε όλον αυτόν τον κόσμο των εισαγόμενων Ιταλίδων αοιδών, τις καλές φωνές που είχαν αγαπηθεί τότε, τον βαρύτονο Κωνσταντίνο Βακαρέλλη, τον «σεμνό και ανεπιτήδευτο» τενόρο Νίκο Μωραΐτη, «με την κρυστάλλινη φωνή του», τον τενόρο Γιώργο Χατζηλουκά («Ροδόλφος» στην «Μποέμ» που ανέβασε το Ελληνικό Μελόδραμα στο Δημοτικό Θέατρο το 1900), τον βαθύφωνο Μιχάλη Βλαχόπουλο… Η «Διδώ» του Λαυράγκα, η πρώτη ελληνική όπερα, με την Ελένη Βλαχοπούλου, έκανε πρεμιέρα στο Δημοτικό Θέατρο Αθηνών, στις 19 Απριλίου 1909. Υπάρχει κάτι που να θυμίζει εκείνους τους πρωτεργάτες;