ΠΟΛΗ

Το σπίτι στην οδό Κέκροπος, ένα ρέκβιεμ στον πολιτισμό του πηλού

Το σπίτι στην οδό Κέκροπος, ένα ρέκβιεμ στον πολιτισμό του πηλού

Υπάρχει ένα τρίστρατο στην Πλάκα, εκεί που η Υπερείδου δίνει σκυτάλη στην Κέκροπος απέναντι από την οδό Σωτήρος. Σχηματίζουν ένα Τ και εκεί θα σταθεί ο διαβάτης για να ξαποστάσει και να υψώσει το βλέμμα.

Δεν χρειάζεται να κοιτάξει πολύ ψηλά γιατί το σπίτι στην οδό Κέκροπος είναι χαμηλό, ανάμεσα σε άλλα παλιά οικήματα της Πλάκας, όλα με τα ίχνη του χρόνου, σε μια σειρά προσόψεων που ανακαλούν ερμηνείες της Αθήνας, αισθήματα για την πόλη. Εκεί, πολλές φορές είχα δει εκείνους τους πλάνητες ζωγράφους ή έστω κάποιον συγκινητικό ως προς τα κίνητρα καλλιτέχνη να έχει στήσει το καβαλέτο του και να ζωγραφίζει το παλιό σπίτι. Δεν είναι ένα τυχαίο σπίτι, δεν είναι ένα σαν τα άλλα, και αυτό όχι μόνο γιατί το έχει ευνοήσει η θέση του που το αποκαλύπτει στα βλέμματα των περαστικών και το παραδίδει στον ήλιο και στη βροχή, αλλά περισσότερο γιατί είναι ένα ευγενές ερείπιο. Αποσυντίθεται σαν ένα αγριολούλουδο στον άνεμο, μόνο που η διεργασία αυτή συμβαίνει αργά, χρόνο με το χρόνο, μήνα με το μήνα, ώσπου τα κεραμικά μέλη του να ραγίσουν, να συντριβούν, να γίνουν σκόνη και να τα φυσήξει ο αέρας, και τίποτε πια να μη θυμίζει πως εκεί, Κέκροπος 4, ήταν ένα από τα ωραιότερα σπίτια της Αθήνας.

Σε αυτό το σπίτι αισθάνομαι ότι έχει συναντηθεί αυτό το πολύ σπάνιο, μοναδικό θα έλεγα, γνώρισμα της Αθήνας, εκείνη η κορυφαία επαφή των μαστόρων με τη λόγια παράδοση, σε εκείνο το ανεπαίσθητο σημείο τομής. Οταν το βλέπω το σπίτι αυτό, αναλογίζομαι όσα σοφά είχε πει για την Αθήνα ο Κέβιν Αντριους (1925-1989), εκείνος ο εξαίρετος Αμερικανός μελετητής της Ελλάδας. Ειδικά σε ένα από τα βιβλία του, εκείνο για την «Αθήνα» που είχε βγάλει το 1967, είχε κλείσει το πνεύμα του πηγαίου πολιτισμού και τη συνάντησή του με την αστική Αθήνα. Στις μαυρόασπρες φωτογραφίες που είχε δημοσιεύσει, είχε και μια ταράτσα αθηναϊκού σπιτιού, που εκείνος προσδιόριζε ως χαρακτηριστικό των χρόνων του Οθωνα. Πιθανόν… όμως κράτησα από τη φωτογραφία αυτή τα πήλινα διακοσμητικά και όχι μόνο τα ακροκέραμα αλλά και το στηθαίο, το μπαλούστρο, με τα κεραμικά κολωνάκια, τις γλάστρες σαν κύλικες, τις σφίγγες και όλες εκείνες τις μορφές που ένωναν τα φύλα όπως ένωναν και τη μορφή του ανθρώπου με τη μορφή του ζώου.

Στέκομαι, λοιπόν, πάντα με ευλάβεια μπροστά στο σπίτι της οδού Κέκροπος 4. To κοιτώ με δέος καθώς κάθε φορά ξέρω πως θα μετρήσω απώλειες. Η στέγη έχει βουλιάξει. Τα τέσσερα παράθυρα, σαν μάτια, είναι όλα διαφορετικά. Η ερείπωση έχει εκδηλωθεί στο καθένα με τρόπο διαφορετικό, όπως αλλιώς τρώει η ασθένεια τον κάθε άνθρωπο. 

Το ικρίωμα με την πράσινη λινάτσα είναι σαν ποδιά που μαζεύει τα τρίμματα του σοβά και του πηλού, σαν την ποδιά κάποιας κόρης που μαζεύει τα κεράσια στους οπωρώνες. Σε κάθε παράθυρο αντιστοιχεί και ένα στηθαίο με πέντε κολωνάκια, και από τα είκοσι που ήταν αρχικά, απέμειναν τα 13. Οι κεραμικές γλάστρες, σαν αρχαίοι κύλικες, στεφανώνουν το παλιό σπίτι, αλλά είναι όλες διαλυμένες, τις έχει συντρίψει ο χρόνος, στέκουν σαν ρηγματωμένα διαδήματα. Η σειρά με τα ακροκέραμα κάτω από το στηθαίο είναι και αυτή λεηλατημένη, διασώζονται λίγα αλλά αρκετά ώστε να φανταστούμε τη σειρά πλήρη και ακμαία. 

Θα ήθελα να ήμουν εκεί τη μέρα που έβαζαν τα πήλινα κομμάτια στην πρόσοψη του σπιτιού. Να μάθαινα από ποιο εργαστήρι της Αθήνας είχαν βγει αυτά τα κεραμικά αριστουργήματα, σμιλεμένα, ψημένα, τοποθετημένα με αγάπη. Ποιος τα ονειρεύτηκε, ποιος τα πλήρωσε, ποιος τα χάρηκε. Στέκομαι απέναντι από το σπίτι στην οδό Κέκροπος 4 και δεν βλέπω μόνο ένα ερείπιο.