ΠΟΛΗ

Τα παλιά εργατόσπιτα στις παρόδους της Ιεράς Οδού

Η μικρή οδός Ευνείδων στο Γκάζι, από την Ιερά Οδό έως την Ευμολπιδών. Φωτ. ΝΙΚΟΣ ΒΑΤΟΠΟΥΛΟΣ

Οσο πιο τραχύ είναι το αστικό περιβάλλον γύρω από την Ιερά Οδό, όσο πιο θορυβώδες ή αγοραίο, τόσο πιο ανάγλυφα ζωγραφίζεται η ποίηση στα ξεχασμένα στενά εκεί στις παρόδους. Είναι αυτό το οξύμωρο του άστεως, που στη συγκεκριμένη περιοχή, ίσως γιατί γειτνιάζει με το αρχαίο νεκροταφείο του Κεραμεικού ή γιατί επιζούν λάθρα οι μνήμες από την κάποτε εργατική συνοικία, γεννιέται ένα αίσθημα πικρής και σκοτεινής χαράς που τυλίγει τα σιωπηλά σπίτια.

Η Ιερά Οδός στο κομμάτι από τις γραμμές του τρένου έως την Πειραιώς τέμνει τη μνήμη της πόλης και η τομή αυτή πηγαίνει βαθιά έως ότου συναντήσει τις πρώτες στρώσεις λειψάνων, αγγείων και λογής λογής υπολειμμάτων του βίου του ανθρώπου, βίου αρχαίου και βίου νεότερου. Γιατί εκεί, κάτω από την άσφαλτο και τα κτίρια, σώζονται τα συντρίμμια κύκλου ζωών, όλα σε συνθήκες ταρίχευσης και αιώνιας αναμονής. Από εκεί αναδύεται ο αχός από λησμονημένες ιστορίες, εκεί συναντιέται η Αθήνα σε όλες τις στρώσεις της. Και είναι τόσο πυκνό το υπέδαφος, τόσο πλούσιο σε ευρήματα, ώστε τα μικρά σπιτάκια στους μικρούς δρόμους που εκβάλλουν ταπεινά στην Ιερά Οδό να θυμίζουν ψαρόβαρκες στον αφρό του ωκεανού. Πηχτός ο βυθός της μνήμης, ερεβώδης, σπηλαιώδης, σκληρός και λασπώδης, διάστικτος με σπαρμένες ζωές. Στον αφρό της ζωής, στο πλάι της ασφάλτου, βλέπω τώρα εκείνα τα σπίτια που ποιος ξέρει τι ζωές στέγασαν λίγες δεκαετίες πίσω, ολόγυρα στο Γκάζι. Τα βλέπω σε μικρές συστάδες, μαζεμένα σαν παιδιά στη μητρική ποδιά, ταπεινά και χαμηλά, με σβησμένη πνοή, ξεφλουδισμένη την όψη.

Μου ερεθίζει τη σκέψη η ιδέα πως αυτά τα σπίτια επιβίωσαν τόσες δεκαετίες… Κάποτε ήταν χρήσιμα. Στέγασαν ζωή, εργατική. Ηταν εστία οικογενειακή, και όσα ήταν μονόχωρα, με μια κάμαρη ακόμη στο βάθος και ένα παράπηγμα στη μικρή αυλή, κρατούσαν μια σχετική αυτοτέλεια, αλλά τα πιο πολλά είχαν κοινόχρηστους χώρους και η ζωή μπλεκόταν, δυσκόλευε και ημέρευε και αγρίευε. Θα είχαν ήχους πολλούς και άλλες τόσες μυρωδιές, τη νύχτα θα άκουγες το ροχαλητό των κουρασμένων ανθρώπων, ο μόχθος γινόταν αυτόνομη δύναμη. Κοιτούσα αυτή τη σειρά των προσόψεων στη μικρή οδό Ευνείδων, ανάμεσα στην Ιερά Οδό και στην Ευμολπιδών. Τρία σπίτια στη σειρά, όλα μονώροφα, δίπλα στο μοναδικό διώροφο. Και στην άλλη πλευρά, ένα μόνο ισόγειο σπιτάκι, ξεδοντιασμένο, ανάμεσα σε χέρσα από κατεδαφίσεις οικόπεδα. Η σιωπή του δρόμου είναι εγγυημένη παρότι η Ιερά Οδός είναι δίπλα. Εκεί, στο μικρό αυτό δρομάκι, οι ήχοι ησυχάζουν, κάποιο συνεργείο θα ακουστεί, κάποια μηχανή θα περάσει. Αλλά αυτό είναι όλο… Από τα σφραγισμένα παράθυρα δεν περνάει ήχος. 

Στάθηκα απέναντι στην πόρτα στον αριθμό 5 της μικρής οδού Ευνείδων. Είναι αυλόθυρα, αλλά λιθόκτιστη με υπέρθυρο, παραστάδες με δωρικά επίκρανα και όλη εκείνη την οργάνωση του αθηναϊκού κλασικισμού. Χρειάζεται αγάπη και φαντασία για να φέρεις στο μυαλό σου την αυλόπορτα αυτή πριν ερειπωθεί και βανδαλιστεί. Αλλά στάθηκα μπροστά της με ευλάβεια σαν να στεκόμουν μπροστά σε ένα μοναχικό εκκλησάκι χωρίς πιστούς, και θαύμασα το μέτρο, την αρμονία, την πίστη στη ζωή, εκεί, στα ερείπια ενός εργατόσπιτου στο Γκάζι, λίγα μέτρα μακριά από τον θόρυβο και την τραχύτητα. Είδα το μέτρο της ζωής, την ευγένεια μέσα στη φτώχεια, και φαντάστηκα τους μαστόρους να χτίζουν μέρα με τη μέρα αυτή την πόρτα. Φαντάστηκα ότι την είδα να ανοίγει και προσπάθησα να δω την αυλή, αν είχε καρέκλες στη σειρά, αν είχε σκάφη, αποχωρητήριο και κληματαριά. Θα ήταν μια σκληρή ζωή, με λίγο ύπνο και ακόμη λιγότερα χρήματα. Ηταν όμως μια ζωή, εκεί στο Γκάζι, όπου έμειναν ακόμη σκόρπια κάποια σπιτάκια να τραγουδούν βουβά το πέρασμα των ανθρώπων.