ΠΟΛΗ

Λάμψεις στην εορταστική οδό Σταδίου

lampseis-stin-eortastiki-odo-stadioy-561192466

Σε εκείνο το τοπίο μιας αδιόρατης νοσταλγίας, η οδός Σταδίου πρωταγωνιστεί. Συχνά, υπάρχουν βιώματα, μνήμες προσωπικές ή αφηγήσεις που έγιναν κοινό κτήμα. Αλλά υπάρχουν και φορές που η ανάγκη σύνδεσης με ένα τοπίο φαντασίας υπαγορεύεται μονάχα από την επιθυμία. Ανεβαίνω από την Ομόνοια προς το Σύνταγμα, μια διαδρομή χιλιοπερπατημένη και οικεία, τα βήματα ανοίγουν μόνα τους τον δρόμο, το βλέμμα ελεύθερο αναζητεί.

lampseis-stin-eortastiki-odo-stadioy0Η Σταδίου συμπύκνωσε όλη τη ρητορεία της χαμένης Αθήνας, και αν περπατήσει κανείς από την Αιόλου ώς τη Δραγατσανίου, καταλαβαίνει πως η ερήμωση έχει σώμα, οσμή και ήχους. Ακόμη και αν υπάρχει εξεζητημένος ρομαντισμός στην επιθυμία της πόλης, η διεκδίκησή της μοιάζει να αγγίζει τα όρια μιας εμμονής. Περνάω τα κτίρια, ένα προς ένα. Λερές και αποστραγγισμένες προσόψεις του ’60, άλλοτε απαστράπτοντα κτίρια γραφείων – καταστημάτων, πάνω στα ερείπια των νεοκλασικών μεγάρων της αθηναϊκής μπελ επόκ, συνθέτουν σήμερα το παλίμψηστο της αστικής ώσμωσης σε μια χοάνη ατέρμονων κύκλων. Στο βιβλίο του Κώστα Μπίρη «Αι Αθήνα», θα δει κανείς το ψηλό σπίτι, γωνία Σταδίου και Γεωργίου Σταύρου, χτισμένο από τον Αναστάσιο Θεοφιλά, γκρεμισμένο ήδη από τα τέλη του ’50. Στρώσεις, στρώσεις, και αναλαμπές σε πρωθύστερες εμφανίσεις στην οθόνη του νου, το νεοκλασικό Σταδίου και Σανταρόζα, γκρεμισμένο το 1978, οι άλλοτε φωτεινές βιτρίνες του «Ατενέ», του πολυκαταστήματος που τραβούσε το κοινό πάνω από τα Χαυτεία, το Πρωτοδικείο, μόνιμο άχθος για τους δικηγόρους, τα παπουτσάδικα, τα μικρομάγαζα στις στοές. Σμιλεμένες αυτές οι εγγραφές της μνήμης στο σώμα της οδού Σταδίου, επιστρέφουν σε αυτή την αναδρομή καθώς τα βήματα σε πάνε από μόνα τους… Αιόλου, Μπενάκη, Σανταρόζα, Πεσμαζόγλου. Κάτω προς Σοφοκλέους, εκεί που άλλοτε, στα 1900, ήταν το «Βαριετέ» και το μέγαρο της περιλάλητης Λαίδης Λω, έρχονται εικόνες από το πλήθος στα ίδια πεζοδρόμια, λίγο πριν από την Κατοχή. Στη Στοά Νικολούδη, στην πτέρυγα της Σταδίου έχει ανοίξει ο Λουμίδης και το βιβλιοπωλείο του Κολλάρου, η «Εστία». Απέναντι το «Πέτρογραδ» του Νίκυ Γιάκοβλεφ με τα περίφημα πιροσκί και τον ίδιον στο πιάνο. Πυκνά τα πλήθη, γιατί η Σταδίου ήταν ποταμός ζωής. Τα βιβλιοπωλεία, από διάφορες εποχές, έρχονται να πουν μια ιστορία. Ο Σαλίβερος, ο Δημητράκος, ο Βασιλείου, ο Προμηθέας, η Βιβλιοχαρτεμπορική, ο Σιδέρης. Στα περίπτερα, μια μέρα του 1960, θα έβλεπες, τέτοιες μέρες, το εξώφυλλο των «Εικόνων» με τα γιορτινά μπαλόνια μπροστά στον Κολοκοτρώνη στο ύψος της Εδουάρδου Λω με τη σειρά των νεοκλασικών προσόψεων, που έφυγαν όλες για την επέκταση της Τράπεζας της Ελλάδος. Το «Αβέρωφ» ήταν το ξακουστό εστιατόριο, που το καλοκαίρι μια ορχήστρα έπαιζε στον «δροσερό» κήπο. 

Και θα μείνεις εκεί στη Σταδίου γιατί οι ιστορίες είναι ατελείωτες, καθώς εκεί ήταν ο «Ορφέας», από τα ωραιότερα σινεμά, που γκρεμίστηκε το 1988, για να γίνει η Στοά του Βιβλίου, αλλά και τα άλλα, το «Αστυ», το «Αττικόν», ο «Εσπερος». Και τα ξενοδοχεία, από το Μπρίστολ των Χαυτείων διαγωνίως απέναντι από τον Θανόπουλο, ώς το Ιλιον Παλάς, Σπλέντιντ και μετέπειτα Ατενέ Παλάς. Και εκεί, στην αύρα του Συντάγματος, ο Νησιώτης, η Πανελλήνιος, ο Μουριάδης, ο Πινόκιο για τα παπούτσια των παιδιών.

Ανάκατα οι λάμψεις από το 1910 και το 1960, συνθέτουν το τραγούδι της οδού Σταδίου. Ο ωραίος περίπατος για δουλειές και ψώνια, εικόνες χωμένες πίσω στον εικοστό αιώνα, ανάμεσα στο Ράδιο Αθήναι της Δραγατσανίου, τα λουλούδια του Βιντζηλαίου και του Αγαλιώτη και τις τράπεζες και την Παλιά Βουλή. Αυτό το ανακάτεμα της επιθυμίας με την ανάγκη, εκείνος ο γνώριμος βόμβος, τα χρωματιστά μπαλόνια στο εξώφυλλο των «Εικόνων»…