ΠΟΛΗ

Η τριλογία της οδού Οικονόμου

i-trilogia-tis-odoy-oikonomoy-561205978

i-trilogia-tis-odoy-oikonomoy0Τα Εξάρχεια, γαλήνια και σιωπηλά, ένα πρωινό αυτού του μήνα, στάλαζαν ακόμη τους κόμπους της νυχτερινής βροχής. Περπατούσα σε δρόμους παράδοξα ήσυχους… Από τη Νεάπολη προς τα Εξάρχεια, ένα κομμάτι της Διδότου και η Ανδρέα Μεταξά εκτείνονταν σαν γέφυρα που σε βγάζει στην Πλατεία με τα μπαρόκ χερουβείμ. Τα βρήκα σε εκείνη την οξύμωρη αταραξία, με σκισμένες αφίσες στη μαρμάρινη βάση τους, ανάμεσα σε περιστέρια, μόνα σε έρημο αστικό τοπίο. Τα φαντάστηκα με αναμμένους φανούς και μουσικές ολόγυρα.

Η παρουσία του «Βοξ» και της Μπλε Πολυκατοικίας είναι καθησυχαστική. Σε γειώνει σε μια αθηναϊκή συνθήκη όλως διόλου οικεία και ευπρόσδεκτη, είναι σαν προέκταση της μνήμης. Ερχονται στον νου η λευκή οθόνη λίγο πριν από την έναρξη της προβολής και οι στρογγυλοί φεγγίτες από τη δεκαετία του ’30. Μαζί, αυθαίρετα και άτακτα, εισχωρεί η Αθήνα στους χάρτες του νου.

Ηθελα όμως να προχωρήσω και ήξερα ότι οι δρόμοι-παραπόταμοι που εκβάλλουν στην πλατεία Εξαρχείων, η Οικονόμου, η Τσαμαδού, η Σπυρίδωνος Τρικούπη, η Νοταρά, είναι πυκνοί σε ιστορίες, σε επάλληλες αφηγήσεις, σε μπαλκόνια, σε ημιυπόγεια, σε ρετιρέ, σε εισόδους και σε ακάλυπτους. Αυτή η ενδοχώρα των Εξαρχείων προς την πλευρά του Μουσείου υπήρξε –όχι και τόσο παλιά– ένα περιζήτητο μέρος για να ζει κανείς. Το θυμόμουν, το ήξερα, το ένιωθα, το έβλεπα. Και ανάμεσα στις πολυκατοικίες της δεκαετίας του 1960, με τις γερασμένες επιδερμίδες πλέον, αλλά αίφνης τόσο ευχάριστα οικείες που τις ήθελα εκείνη τη στιγμή να στέκουν εκεί για πάντα, έβλεπα τις θαρραλέες γραφές του Μεσοπολέμου, με τα έρκερ και τις σφυρηλατημένες εισόδους. Αυτό το αστικό χαρμάνι της Αθήνας ορμάει πάντα μέσα σου, σε γεμίζει, δεν σε αφήνει να το αφήσεις στην άκρη.

Ηξερα ότι ανάμεσα στις παρακαταθήκες ενός πυκνού εικοστού αιώνα (1930-1970) θα έβρισκα εκείνες τις γνώριμες κόγχες που είχε ξεχάσει μια ακόμη παλαιότερη εποχή. Ευθεία, θα έβρισκα το σπίτι του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, κουφάρι πια, και πιο πριν, κοντά στην πλατεία Εξαρχείων, στους γύρω δρόμους, στέκονταν σκόρπια ή σφιχταγκαλιασμένα τα διώροφα του 1880, του 1900, του 1920. Να υπήρχαν και ακόμη παλαιότερα σπίτια; Οταν πήρα την οδό Οικονόμου και άρχισα να βαδίζω ανάμεσα στα παράθυρα και στις μπαλκονόπορτές της, η αύρα των παλιών σπιτιών έβγαινε σαν ατμός, άλλοτε βελούδινος και άλλοτε ταγκισμένος. Η υγρασία ενός ακατοίκητου σπιτιού φέρει τους κώδικες του κάτω κόσμου. Υπήρχαν πόρτες σφραγισμένες σαν μαυσωλεία.

Αλλά, το παιχνίδισμα του ήλιου σε μια σειρά προσόψεων με επανέφερε στην κλίμακα της γνωστής, οικείας και αιώνιας Αθήνας. Χόρευαν οι σκιές στα διώροφα που στέκονταν στη σειρά, στους αριθμούς 11, 13 και 15, μια συστοιχία νεοκλασικών κατοικιών, από εκείνες τις μεσαίες, σε μέγεθος, σε αξία, σε επιφάνεια, σε προβολή. Και όμως, έτσι όπως έβλεπα τα τρία αυτά σπίτια στη σειρά, θυμήθηκα κάποια παλιά άρθρα δημοσιευμένα δεκαετίες πίσω, που μιλούσαν για την επιστροφή στην Αθήνα έπειτα από ένα ταξίδι σε κάποια μεγάλη πρωτεύουσα. Η Αθήνα ήταν Αθήνα, οι μορφές της παιχνίδιζαν στο αττικό φως.

Ετσι έβλεπα τα τρία κλειστά σπίτια της οδού Οικονόμου. Είχα μπροστά μου ένα ζωντανό μάθημα οικιακής οικονομίας, αστικής κοινωνιολογίας και συνοικιακής οικοδομικής, καθώς τα τρία αυτά σπίτια έμοιαζαν βγαλμένα από τον ίδιο εργολάβο, χτισμένα ίσως στις αρχές του εικοστού αιώνα, ίσως και παλαιότερα. Στοιχεία της μορφολογίας τους θύμιζαν τον αθηναϊκό 19ο αιώνα. Τα σφυρήλατα κάνιστρα, γεμάτα άνθη και καρπούς, στα κιγκλιδώματα και των τριών σπιτιών, ήταν μνημεία λαϊκής σιδηρουργίας. Τα κοιτούσα και μου έγνεφαν. Να ήταν μόνο αυτά τα τρία σπίτια στη σειρά;