ΠΟΛΗ

Άνθη του άλσους και ήρωες της μνήμης

Άνθη του άλσους και ήρωες της μνήμης

Μοιάζει, ίσως, παραμυθένιο το γεγονός ότι το Πεδίον του Αρεως γεννήθηκε στην Αθήνα του Μεσοπολέμου σαν μια όαση πρασίνου και ομορφιάς. Αυτός ο αχανής χώρος πάνω από τη μεγαλοαστική πλατεία Αιγύπτου ήταν μήλον της έριδος, αλλά όλα αυτά θα φαίνονταν πολύ μακρινά και χωρίς νόημα στα μάτια και στη φαντασία των παιδιών που έχουν περπατήσει στο πάρκο τόσα χρόνια τώρα. Και είναι πολλά, πάνω από 80, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’30, όταν ανάμεσα στα χιλιάδες δέντρα και λουλούδια του άλσους αναρίθμητα παιδιά της Αθήνας άφηναν τη φαντασία τους να ξετυλίγεται. Ισως και μόνο γι’ αυτό ένα αστικό άλσος να έχει νόημα ύπαρξης.

Σαν ένα άλσος ονειροφαντασίας και αστικής αναψυχής, το Πεδίον του Αρεως γεννά ισχυρούς συνειρμούς και συνδέεται με κοινά βιώματα. Μέσα στις θυρίδες της αθηναϊκής μνήμης, ξεχωρίζουν οι μικρές εκείνες φωτογραφίες από περιπάτους, κατά μόνας ή με φίλους, με εραστές, με γονείς, με παιδιά, που έγραφαν από πίσω ημερομηνίες και έτη, 1938, 1945, 1953, 1962, 1972, 1981…

Σε εκείνα τα τεκμήρια εφήμερης λάμψης και διαρκούς τρυφερότητας, ανάμεσα στις φυλλωσιές, στα περάσματα, στις αλέες, στα ξέφωτα, συχνά έχουν θέση και οι ήρωες του 1821. Είναι τα πιο τρυφερά μαρμάρινα λείψανα μιας παλιάς Αθήνας, ταριχευμένης σε τόπους σιωπής. Εκεί, υπάρχει υγρασία που μυρίζει χώμα και κολόνια, ψιθυρίζονται ιστορίες που δεν ειπώθηκαν όταν έπρεπε, έρχεται στον νου το άρωμα από λουλούδια κομμένα σε μια στιγμή παρόρμησης.

Τα παιδικά βλέμματα είχαν εθιστεί στη συνύπαρξη των ανθέων και των γλυπτών. Είναι μια συμβίωση αρχέγονη, τόσο παλιά όσο παλιά είναι και η ανάγκη κοιμητηρίων, κενοταφίων, κήπων, περιβολιών. Αυτή η συνύπαρξη ζητάει συχνά το υδάτινο στοιχείο εκεί κοντά, να υπάρχουν μικρές λίμνες, ρυάκια, δεξαμενές ή ακόμη και λάκκοι από το νερό της βροχής, για τις αθέατες νύμφες και τους νάρκισσους και τα ξωτικά του άλσους. Μέσα σε αυτό τον κόσμο στην κόψη μιας ιδεατής σκηνοθεσίας, οι μορφές των ηρώων έφερναν στον νου τα σχολικά τετράδια, τις λαϊκές χρωμολιθογραφίες, τις σχολικές γιορτές και την τόσο κανονιστική πατριδογνωσία μιας άλλης εποχής, που με την απόσταση του χρόνου μοιάζει και αυτή τρυφερή και άκακη.

Σαράντα τέσσερις ήταν οι ποικιλίες των αναρριχώμενων και χαμηλών τριανταφυλλιών που φυτεύτηκαν στα διάφορα παρτέρια του άλσους, τον Δεκέμβριο του 1935 και τον Φεβρουάριο και Μάρτιο του 1936. Πίσω από τον ναό των Ταξιαρχών διαμορφώθηκε ο ροδώνας και οι συστάδες των δέντρων και θάμνων σε όλο το πάρκο φυτεύτηκαν έτσι ώστε να παρέχουν «αντίθεσιν χρωμάτων, φυλλωμάτων και ανθέων». Στον οδηγό του άλσους από τον κύριο δημιουργό του ως προς το αποτέλεσμα, γεωπόνο Νικόλαο Ι. Βοσυνιώτη, διαβάζει κανείς για το όραμα, την αγάπη, τον σχεδιασμό κάθε λεπτομέρειας. Το πλήθος των ποικιλιών που φυτεύτηκε προπολεμικά ήταν ένα πανόραμα εφαρμοσμένης γεωπονικής. Ο Ν. Ι. Βοσυνιώτης ήταν ο διευθυντής στο Πεδίον του Αρεως έως τις αρχές της δεκαετίας του ’50.

Στη λεωφόρο των Ηρώων, οι προτομές συνομιλούν με όλο τον μυστικό, ορατό και αθέατο κόσμο του άλσους. Χαράσσονται στη μνήμη και συμπλέουν σε μια δεξαμενή κοινής συνείδησης και συγγενών αναφορών. Καθώς αναφύονται μέσα στη βλάστηση, μοιάζουν να αναδύονται μέσα από τα βαλτώδη ιζήματα της μνήμης, μοιάζουν σηματοδότες και σηματωροί, ερμαϊκές στήλες και κατάλοιπα περικαλλών μαυσωλείων. Κυκλώνουν τα πετάγματα της φαντασίας, καταλύουν τον χρόνο, παρεισφρέουν στα όνειρα των παιδιών, γίνονται λάμψεις και σκιές, γλυκαίνουν σε μακρινές αναμνήσεις…