ΠΟΛΗ

Πασχαλιάτικες ευχές από την υπόγεια Ομόνοια

paschaliatikes-eyches-apo-tin-ypogeia-omonoia-561347653

paschaliatikes-eyches-apo-tin-ypogeia-omonoia0Σε μια ανασκαφή της μνήμης, έρχονται μπροστά εκείνες οι πασχαλιάτικες κάρτες οι ευχετήριες. Τα χάρτινα τεκμήρια μιας εξιδανικευμένης χειρονομίας καλών προθέσεων συνιστούν, και αυτά, έναν παραπόταμο της αστικής ιστορίας. «Αγαπητέ θείε, σας ευχόμεθα Καλόν Πάσχα!». Συνήθως οι κάρτες του Πάσχα ήταν εισαγωγής, συχνά ιταλικές, με εκείνο το ενιαίο αισθητικό ύφος που κάποιες εποχές ένωνε, επίσης με έναν παράδοξο αλλά αποδεκτό τρόπο, τον ορθόδοξο και τον καθολικό κόσμο. Αλλά πολύ συχνά, ήταν κάρτες ντόπιες, γιατί εκεί κοντά στην Ομόνοια και στα Χαυτεία, υπήρχαν αρκετοί εκδότες. Τα μαγαζιά και τα περίπτερα πουλούσαν αυτές τις ευχετήριες κάρτες, τις φτηνές, τις κιτς, τις τρυφερά κακόγουστες και συχνά ευτελώς εκτυπωμένες. Αλλά εκείνα τα χάρτινα δίπτυχα, με το φτηνό φακελάκι, ήταν ένας ολόκληρος κόσμος και ο κόσμος αυτός ενοικούσε συχνά περί την Ομόνοια.

Στη δεκαετία του 1990 επιζούσε ακόμη ένας ρόγχος. Ακουγόταν σποραδικά, ενίοτε με αυξομειώσεις, αλλά μαζί με τις κοντράλτο φωνές των λαχειοπωλών, μαζί με τις φουρνιές των εποχικών επαιτών ολόγυρα στην πλατεία, μαζί με όλο εκείνο το λούμπεν πλήθος γύρω, πάνω και κάτω από το παλιό σιντριβάνι, ένιωθε κανείς πως ο ρόγχος εκείνος αντανακλούσε το ψυχομαχητό ενός κόσμου που ήταν συχνά μισοσκότεινος και ακόμη πιο συχνά μυστηριώδης και ερεβώδης. Υπήρχαν φορές που είχα βρει, στη σκοτεινή, υπόγεια Ομόνοια της εποχής, εκείνα τα παράταιρα στοιχεία που έβρισκα σε διασκευασμένα περιπετειώδη μυθιστορήματα και ήταν τόσο έντονο το εξωρεαλιστικό στοιχείο εκείνης της Ομόνοιας, που λίγο ήθελε κανείς για να πιστέψει πως το θεσμικό κράτος των Αθηνών ήταν μια ψευδαίσθηση. Αλλά η Αθήνα η ίδια ήταν και εκείνη η Ομόνοια. Και σε εκείνη την Ομόνοια, τη Μεγάλη Εβδομάδα, έβρισκε κανείς κρεμασμένες εκείνες τις ευχετήριες κάρτες με τον αναστηθέντα Ιησού, τα κόκκινα αυγά, τα χαρωπά παιδιά σε εαρινή ευφορία. Ηταν ένα τελετουργικό των αισθήσεων, χοντροκομμένο και άτεχνο, και γι’ αυτό τόσο δύσκολο να το προσπεράσεις, τόσο οδυνηρό να το αγνοήσεις. Η παλιά Ομόνοια είχε σκοτεινά υπόγεια και μικρομάγαζα που είχαν ξεμείνει δεκαετίες, είχε ένα πέπλο μυστηρίου στα όρια της τραχύτητας. Πήγαινε βαθιά σε στρώσεις του υποσυνείδητου και έφερνε στον αφρό, σαν σε όνειρο, μορφές βγαλμένες θαρρείς από το «Δεκαήμερο» του Βοκκάκιου, από τις γιορτές του Μπρίγκελ και από χαμαιτυπεία και καταγώγια της αθέατης πόλης. Εκεί, σε δίνες έλξης και άπωσης, τα μικρά χαρτοπωλεία της υπόγειας Ομόνοιας πωλούσαν και μπρελόκ, και στυλό, και αναπτήρες, όλα φτηνής αισθητικής και με ευτελή υλικά, και δίπλα στερεωμένες στο τζάμι έβλεπες τη Σταύρωση και την Ανάσταση, με πασπαλισμένη ασημόσκονη ή με καλλιγραφικά γράμματα σε γραμματοσειρές του ’50.

Το πένθος και η λύτρωση πήγαιναν μαζί, όπως και η επιθυμία να το δεις και η επιθυμία να το αγνοήσεις, αλλά σήμερα τόσα χρόνια μετά, έπειτα από τον βιολογικό θάνατο όλων εκείνων των ηρώων μιας Ομόνοιας αποσυνάγωγης και αυτόνομης, αισθάνεται κανείς την ανάγκη να επιστρέψει και να το γευτεί όλο πάλι. Να καταλάβει τους κύκλους ζωής, που μέσα σε αυτούς είναι και η πόλη έξω από κανόνες. «Αγαπητή εξαδέλφη», «Φίλτατε Πέτρο», «Λατρεμένοι μου γονείς», τα γραμματόσημα κολλήθηκαν στραβά στην άκρη του φακέλου, γιατί η σύσταση ήταν μεγάλη, το επώνυμό σας μακροσκελές και ο διαθέσιμος χώρος για καλύτερη καλλιγραφία ολοένα και περιοριζόταν. «Αγαπητέ μου αδελφέ, εύχομαι Καλήν Ανάστασιν». Η κάρτα ήταν αυτή που μισοφαινόταν πίσω από το τζάμι, δίπλα στα στυλό και στα ξυραφάκια.

• Στο επόμενο: Στην οδό Δηλιγιάννη, στο Μεταξουργείο.