ΠΟΛΗ

Το ακτινωτό αστέρι της πλατείας Βαρνάβα

to-aktinoto-asteri-tis-plateias-varnava-561411622

Η πλατεία Βαρνάβα στο Παγκράτι είναι ένα οκτάκτινο αστέρι, οι ακτίνες του οποίου σχηματίζουν ένα ακριβές και ζυγισμένο πολύγωνο. Στην αστική ενδοχώρα αυτής της ατμοσφαιρικής πλατείας, οι οδοί Φερεκίδου, Προαιρεσίου, Κυνίσκας, Εδεσίου, Κοροίβου, Πυργοτέλους και Πρωταγόρου ορίζουν το μεγάλο πλέγμα που τέμνεται από άξονες – Εμπεδοκλέους, Παρμενίδου, Στίλπωνος, Πύρρωνος, Μελίσσου, Κρησίλα, Πρόκλου. 

Ο περίπατος εκεί σε επιδαψιλεύει με γνήσια παγκρατιώτικη αύρα. Στους ίδιους δρόμους κάθε φορά θα δεις κάτι νέο, η πόλη αλλάζει, οι εποχές τη χρωματίζουν διαφορετικά. Να, τώρα που έκανε ζέστη και ο αέρας ήταν στεγνός, είδα με άλλο μάτι τις ξανθές τούφες από αγριόχορτα στα κεραμίδια ενός μικροσκοπικού σπιτιού, Δικαιάρχου 48. Ηταν σαν ένα ξεμαλλιασμένο αγόρι σε αχυρώνα, που το είχε πάρει ο ύπνος, ξεχασμένο από όλους και όλα. Ετσι ήταν αυτό το σπιτάκι. Είχα προχωρήσει βαθιά, πέρα από την πλατεία Βαρνάβα και ανάμεσα στις κλασικές πολυκατοικίες του ’60-’70, έβλεπα σπίτια του Μεσοπολέμου και ορισμένες πολύ όμορφες νέες κατοικίες, ένα αμάλγαμα που με ξάφνιασε. Οπως με ξάφνιασε που αντίκρισα τις προσόψεις της οδού Αμαλίας, από το ύψωμα της μικρής (και ωραίας) οδού Στρατηγού Ιωάννου. Αυτές οι οφθαλμαπάτες της Αθήνας με συγκινούσαν, και τα βήματά μου άλλοτε τα επιβράδυναν και άλλοτε τα επιτάχυναν. Αναζητούσα μια κοιλότητα, ένα σταμάτημα του χρόνου, ανάμεσα στη ζωή που κρυβόταν σε πυκνά μπαλκόνια και ατελείωτα πορτοπαράθυρα. Εκεί, ήταν η πάλλουσα Αθήνα, αυτή που μας συνέχει, αλλά όσο με καθησύχαζε αυτή η γνώριμη συνθήκη άλλο τόσο με ωθούσε να την προσπεράσω. Αναζητούσα τη ρωγμή στη συνέχεια και τη βρήκα στη γωνία Κυνίσκας και Δικαιάρχου.

Ηταν μια σιωπηλή μονοκατοικία που ενώ έμοιαζε ακατοίκητη, στην αυλή της υπήρχαν ποτισμένες γλάστρες και στο μικρό ταρατσάκι στο πλάι είδα φουντωμένο το αγκάθι του Χριστού, με τα κόκκινα ανθάκια. Η ησυχία του μεσημεριού ήταν βαριά, αλλά ένιωθα τις ανθρώπινες παρουσίες. Μπορεί κάποιος να με κρυφοκοιτούσε. Αυτό το σπίτι είχε μια ιδιαίτερη γεωμετρία, με γυμνούς τοίχους και εσωτερικευμένη αρμονία. Η πόρτα του, σκούρα μπλε, είχε έλικες αρ ντεκό και έφερε αυτούσια τη μνήμη της προγενέστερης Αθήνας, όπως και το βοηθητικό πορτάκι δίπλα. Βρισκόμουν σε μια οργάνωση οικίας, αυλής, γεωμετρίας και λαϊκής τέχνης, σε μια ώσμωση αυθεντική.

Παρατηρούσα την αυλή που είχε χάρη και σκεφτόμουν ότι αυτό που χάθηκε από την αλλοτινή Αθήνα ήταν αυτά τα ανοίγματα που αγαπούσαν και τα λουλούδια και τα ζώα. Ενιωθα ότι χελώνες θα ήταν εκεί γύρω, ήταν και αυτές Αθηναίες, είχαμε την ίδια πόλη, όπως και οι μουριές και το ψηλό πεύκο της αυλής ήταν και αυτά κομμάτια της πόλης. Κάτω από τον ίδιο ουρανό νιώθαμε όλοι τον αέρα της Αθήνας. Μου έκαναν εντύπωση αυτές οι ξεχασμένες αυλές, ελάχιστες πια αλλά όχι σπάνιες και ορισμένες καλοφροντισμένες και σκοπίμως κρυπτικές. Στο μικρό αδιέξοδο της οδού Στίλπωνος, στο τέρμα, κάποιοι ευτυχισμένοι Αθηναίοι είχαν τα παλιά τους σπιτάκια, μικρά φρούρια με πράσινους θόλους. Αυτά μου έλειπαν, έφερα στον νου τη μνήμη ενός λάστιχου που καταβρέχει, διψασμένο χώμα, στεγνό τσιμέντο. Η Αθήνα το καλοκαίρι. Αλλά στην οδό Κυνίσκας, η αύρα του παλιού σπιτιού είχε πολλά να πει για το Παγκράτι που γινόταν συνοικία σωστή εκεί γύρω στα 1925-1935. Θυμήθηκα μια αυλή στο Παγκράτι στη «Λεηλασία μιας ζωής», το αθηναϊκό μυθιστόρημα του ξεχασμένου Αντώνη Τραυλαντώνη, και σκέφτηκα ότι μια από εκείνες τις αυλές μπορεί να την είχα μόλις προσπεράσει.

• Στο επόμενο: Ο Τσαρούχης και οι Αθηναίες κόρες.