ΠΟΛΗ

Ευριπίδου και Αισχύλου, η γωνία των τραγικών

eyripidoy-kai-aischyloy-i-gonia-ton-tragikon-561543232

Γωνία Ευριπίδου με Αισχύλου. Εκεί όπου συναντώνται οι τραγικοί ποιητές, στέκει όρθιο ακόμη το κουφάρι ενός εμπορικού κτιρίου της Αθήνας του Μεσοπολέμου. Το παρατηρώ από όλες τις όψεις, μοιάζει με σκήνωμα περισσότερο παρά με αποθνήσκοντα οργανισμό, αποφλοιώνεται και φθίνει. Κι όμως δεν είναι τόσο παλιό. Αν ήταν δηλαδή άνθρωπος, θα μπορούσε να ζει. Είναι δηλαδή ένα κομμάτι της νωπής ιστορίας, χτισμένο στα τέλη της δεκαετίας του ’30, αλλά με όλη εκείνη τη μνήμη που είχαν οι μαστόροι της Αθήνας. Στέκομαι βουβός μπροστά σε αυτό το σφαλισμένο κτίριο, γιατί μπροστά στον ρόγχο δεν μπορείς παρά να είσαι χωρίς μιλιά. 

Αν προχωρήσεις λίγο παρακάτω θα βγεις στην πλατεία Θεάτρου, με τη δεσπόζουσα μορφή της Διπλαρείου Σχολής, τα πολυώροφα από το ’30 και το ’70 και τα συγκινητικά ερείπια της οδού Θεάτρου. Αλλά έφερα πλέον μέσα μου το αποτύπωμα εκείνου του θνήσκοντος κτιρίου, Ευριπίδου και Αισχύλου. Ηταν ισχυρή η επίδρασή του, ακριβώς γιατί ήταν ένα κτίριο ενός μέσου όρου, ένας φανός αληθείας στην παλιά αγορά της πόλης. Οι επιγραφές υπήρχαν ακόμη και τύλιγαν σαν ζωφόρος το ισόγειο μαγαζί: «Αλεξ. και Σοφ. Καρδαρά Ο.Ε. Σχοινιά, σπάγγοι, καναβάτσα, σάκκοι, φελλοί». 

Είχα μπροστά μου μια ληξιαρχική πράξη θανάτου, τουλάχιστον για εκείνο το κτίριο, με τη μεγάλη γωνιαία βιοτεχνία, με τις πέντε πόρτες που είχαν τώρα κατεβασμένα τα ρολά, καλυμμένα με γκράφιτι. Ψηλοτάβανο το παλιό μαγαζί, έδινε στην πρόσοψη μια σειρά από φεγγίτες με πολλά καΐτια, ένα μικρό θαύμα εφαρμογής της εμπειρικής τέχνης. Και ολόγυρα η πινακίδα με τις παλιές γραμματοσειρές. Η εικόνα έμοιαζε βουτηγμένο σε χρώμα κίτρινο, ένα πέπλο λύπης, σαν τριμμένο πολυκαιρισμένο σεντόνι που κάλυπτε τις σκιές τού χθες. Μια εικόνα από γκράφικ νόβελ μιας λυπητερής ιστορίας σε μια εγκαταλελειμμένη πόλη. 

Επί της Αισχύλου, η εξώθυρα ήταν από μόνη της ένα μνημείο της λαϊκής αρ ντεκό με μνήμη νεοκλασική, τετραγωνισμένοι μαίανδροι ήταν τα κάγκελά της, η ξύλινη θωριά της έμοιαζε ετοιμόρροπη και εκείνη. Από το άνοιγμα υπήρχε θέα στην εσωτερική σκάλα. Μαντεμένια η κουπαστή, μαρμάρινα τα σκαλοπάτια, γεμάτα σπάγκους και νάιλον σακούλες και κινέζικες συσκευασίες για χημικά γλυκαντικά. Το κτίριο είχε τους δικούς του αόρατους ενοίκους, είχε ήχους, τριξίματα, πατημασιές, αποτυπώματα. Ηταν ένα πένθιμο κουκούλι.

Ωστόσο, αυτή η σιωπηλή γωνία της Αθήνας, εκεί που ήταν άλλοτε αέναο πηγαινέλα, μου ψιθύριζε ιστορίες για το χθες και το σήμερα. Και ήταν μια αίσθηση βαθιά εσωτερική, γιατί την ώρα εκείνη δεν ακούγονταν ήχοι ανθρώπων, ούτε μηχανές ούτε άλλοι κρότοι. Το κτίριο έστεκε ερμητικά αυτοτελές, ένας πύργος μυστηρίου με θαμμένες ιστορίες, γεμάτα συρτάρια και καταχωνιασμένα δέματα. Ηταν μια περίληψη ενός κόσμου που έχει επιτελέσει το έργο του, ο κύκλος του είχε κλείσει, τα μισάνοιχτα παραθυρόφυλλα βαμμένα ένα άχαρο καφέ χρώμα, ήταν σαν σήμαντρα εκκλησίας σε ένα χωριό με έναν κάτοικο. 

Πιο κάτω, επενδύσεις νέων ξενοδοχείων. Η κίνηση στα μαγαζιά των Ασιατών ζωηρή. Η μεγάλη τοιχογραφία στη Βαρβάκειο, ψηλή σαν τυφλός πύργος. Τουρίστες σε συντροφιές έτρωγαν και έπιναν στην οδό Θεάτρου με σκηνικό καταρρέουσες, λεπτοκεντημένες προσόψεις. Την ίδια ώρα, βουβά, σκοτεινιασμένα μαγαζιά ήταν αθέατες κρύπτες σε άλλοτε ζωηρές βιοτεχνίες μικροεμπόρων της παλιάς Αθήνας. Σκεφτόμουν τις σκιές που απλώνονταν πίσω από σαραβαλιασμένες πόρτες, αυτές που άνοιγαν κάποτε επτάμισι το πρωί, βρέξει χιονίσει. Οι ήχοι στην πόλη έχουν αλλάξει. Ευριπίδου και Αισχύλου, ένας αποχαιρετισμός.