ΠΟΛΗ

Ενα παράθυρο της Καισαριανής, ένας βωμός της μνήμης

ena-parathyro-tis-kaisarianis-enas-vomos-tis-mnimis-561573994

Στις παλιές φωτογραφίες από την Καισαριανή του 1950-51, που είχαν τραβήξει η Ελλη Παπαδημητρίου, ο Γιώργος Μανουσάκης και η Ασπασία Γαλάτη για λογαριασμό του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, βλέπω όσα είχαν φτιάξει στον Μεσοπόλεμο με τα χέρια οι πρόσφυγες, «με πλίθες και τάβλες και ντενεκέδες και καλάμια, όσα ισιώσανε και σκάψανε και φυτέψανε και στολίσανε κι ασβεστώσανε για περισσότερο χώρο, για λιγότερο κόπο καθημερινό, για δροσιά το καλοκαίρι και θαλπωρή το χειμώνα, τέλος-τέλος και για κάποιο κέφι τους».

Χρόνια μετά, κοιτάω αυτό το παραθύρι στη σύγχρονη Καισαριανή, σε ένα αδιέξοδο της οδού Μιχάλη Καραολή. Θα το είχε δει, ίσως, η Ελλη Παπαδημητρίου και οι συνεργάτες της, πριν από 70 χρόνια, γιατί αυτά τα λίγα που έχουν ξεμείνει από εκείνη την προσφυγική παραγκούπολη, με σκόρπια ανάμεσα κάποια διώροφα λιθόχτιστα με πιο αστική περιβολή, είναι μήτρες αφηγήσεων. Τα 100 χρόνια, το 2022, από την Καταστροφή της Μικρασίας θα φέρουν πολλά βλέμματα στα απομεινάρια εκείνης της προσφυγιάς, αλλά πολλά από τα πορτοπαράθυρα, από τα ελάχιστα που ακόμη στέκονται στη θέση τους, θα έχουν ήδη φύγει.

Η Καισαριανή έχει μεγάλες πλέον πολυκατοικίες, με άνετα διαμερίσματα, που υψώθηκαν στη θέση των προσφυγικών. Εχουν μείνει λίγα, ελάχιστα κατοικούνται, κάποια είναι χαλάσματα, φαγωμένα από μέσα, η στέγη ετοιμόρροπη, αν δεν έχει πέσει εντελώς, και εκείνες οι εξώθυρες πάντα στη θέση τους, έστω ξεχαρβαλωμένες, με μεντεσέδες λυτούς και ξύλα ξεκοιλιασμένα. Αλλά εκεί, επιζούν σκιές, κι αν οι διαβάτες και τα αυτοκίνητα τις αγνοούν, στα παλιά σπίτια της Καισαριανής υπάρχει ακόμη μια κουλτούρα μόχθου, μια ζωή κερδισμένη. Κατά μήκος της οδού Νέας Εφέσου αντιλαμβάνεται κανείς τα λείψανα εκείνης της ζωής, που πολλοί ήθελαν να αφήσουν πίσω. Αλλά σήμερα, κάποια από αυτά τα σπίτια στέκουν σαν βωμοί, εστίες μιας νοικοκυροσύνης που άνθησε με κόπο. Αυτός ο κόπος πότισε τη γη.

Στα χαλάσματα κάποιων σπιτιών πίσω από μαντεμένιες πόρτες που μπήκαν μετά το 1955-60, βλέπω καδρόνια, κεραμίδια, πισσόχαρτα, σκούπες, γκαζοτενεκέδες, πολυθρόνες, σίδερα, πλαστικούς κουβάδες. Σαν μαζικός τάφος. Κάποιοι τοίχοι ξεφλουδισμένοι αποκαλύπτουν πλίνθους και λάσπη και σε κάποια σημεία, με πήχεις από ξύλο, φαίνεται η παλιά τεχνική του τσατμά ή ενός είδους μπαγδατί, ακόμη πιο πρωτόγονο. Θα τα πάρει όλα ο χρόνος, και είναι πραγματικά θαυμαστό πόσο πολλά σώζονταν έως τουλάχιστον το 2000, πόσα πολλά θα μπορούσαν να αποσπαστούν για μια κιβωτό μνήμης.

Αλλά, επιστρέφω στο αδιέξοδο της Μιχάλη Καραολή (ο Καραολής, ο αγωνιστής της ΕΟΚΑ που απαγχονίστηκε 23 ετών έμεινε γνωστός ως Μιχαλάκης). Εκεί σε ένα ασβεστωμένο σπιτάκι, ακατοίκητο, όπως δηλώνει ως μάρτυρας η παραβιασμένη θαλασσιά εξώθυρα με τα δυο σκαλοπάτια μπροστά, την προσοχή μου τραβάει το παραθύρι στο πλάι. Αυτό το σφαλιστό άνοιγμα, που μόνο παραθύρι μπορείς να το πεις, και όχι παράθυρο. Και είναι τα φύλλα του σφαλιστά, τάβλες με μεντεσέδες, χειροτεχνήματα της ανάγκης, αλλά και έργα μαστοριάς και αγάπης, βαμμένα σε ένα χρώμα ρόδινο καστανό, μια πηγαία γήινη απόκλιση από το λευκό του ασβέστη.

Και το παραθύρι αυτό, σαν σκαλισμένο μέσα στους ασβεστωμένους πλίνθους, χαϊδεμένο από ήλιους και ανέμους, χτυπημένο από βροχή, λουσμένο σε φως προσφυγικό, θα μείνει εκεί, όσο μείνει, σαν ένα σύμβολο, άθελά του και εν αγνοία του, του ανώνυμου πρόσφυγα. Το κοιτώ και ακούω τον ψίθυρο της γειτονιάς. Είναι ένας παιάνας, όχι θριάμβου, αλλά συμβίωσης και ανάγκης, και ένα φανταστικό κροτάλισμα από μεντεσέδες διακόπτει την ονειροφαντασία.