ΠΟΛΗ

Ενας τοίχος παράγωνος, ένας τοίχος χωρίς σκοπό, στα Θυμαράκια

enas-toichos-paragonos-enas-toichos-choris-skopo-sta-thymarakia-561585235

Ενας τοίχος παράγωνος, ένας τοίχος που έμεινε μόνος από μια παλιά κατεδάφιση, σε μια συνοικία της Αθήνας με παρελθόν. Θα τον είχα προσπεράσει αν το βλέμμα μου δεν γαντζωνόταν σε όσα αυτός ο τοίχος έφερε πάνω του. Ηταν σαν ένας πίνακας με κομμάτια από την ύλη της πόλης, φτιαγμένος από τις σάρκες της πόλης, και έμενε εκεί, μόνος, με όλα επάνω του παλιά και ανεπιθύμητα. Ακόμη και τα συνθήματα με σπρέι έμοιαζαν και αυτά κομμάτια μιας αστικής αρχαιολογίας. Οσο τον κοιτούσα, εκεί στη γωνία των οδών Μωραϊτίνη και Παρασκευοπούλου, στα Θυμαράκια, κοντά στον Αγιο Νικόλαο των Κάτω Πατησίων, άρχισα να βλέπω την ομορφιά του, μια ομορφιά όχι προβλέψιμη, ούτε εύκολη, αφού ο τοίχος αυτός δεν είχε ούτε ρόλο ούτε ταυτότητα, δεν δήλωνε κάτι αξιοπερίεργο ή ξεχωριστό, έστεκε εκεί χωρίς σκοπό, δηλώνοντας απλώς ότι ήταν μέρος ενός σπιτιού, μιας μάντρας, που πλέον είχε εξαφανιστεί. Και όσο τον περιεργαζόμουν, άρχισα να νιώθω τη θέρμη των υλικών του, τη λάσπη της Αθήνας, τις ακανόνιστες πέτρες, τα μεγάλα αγκωνάρια και εκείνες τις μικρές σφήνες, αλλά και τους λίθους, σωστούς δόμους, φερμένους ποιος ξέρει από πού. Και ήταν εκεί σαν μια τομή μιας ανασκαφής, μια απρόσμενη στρωματογραφία της Αθήνας, φτιαγμένη από το τίποτα, δίνοντας εκείνη την αίσθηση της πληρότητας που χαρίζει η οικονομία και η ανάγκη. Και έμενε ο τοίχος αυτός της Αθήνας, ο τοίχος ο άχρηστος και ίσως ενοχλητικός για κάποιους, ένα σύμβολο της Αθήνας της χειρωναξίας και των περιβολιών, γιατί είχε και από αυτά η περιοχή. Ο τοίχος είχε χώμα και λάσπη πολλή, είχε αγριόχορτα και έντομα αμέτρητα, φτερωτά ή έρποντα, και έστεκε εκεί με ρόλο διπλό, ήταν όριο, σύνορο, πρόσχωμα αλλά και πόρτα, πύλη και αυλαία.

Από την άλλη μεριά, στην οδό Παρασκευοπούλου, απλωνόταν μυστηριακό το παλιό περιβόλι, γεμάτο τώρα κουφάρια ζώων και αποσαθρωμένες καρέκλες, με καγκελόπορτες οξειδωμένες και στεφανωμένες με νεοκλασικές γιρλάντες, και δέντρα που φύτρωσαν απρόσκλητα σε καθεστώς παρασιτικό. Ηταν ένα ολόκληρο κομμάτι γης ξεχασμένο από τον χρόνο, ανάμεσα σε πυκνά μέτωπα πολυκατοικιών, με όλη εκείνη την ατμόσφαιρα της αθηναϊκής συνοικίας, του απόλυτου μέσου όρου, με οικείες, τρυφερές, καθησυχαστικές όψεις, αβίαστες, συχνά άχαρες, αλλά πάντως έντιμες. Και αυτή η παλιά γειτονιά έφερε στην αγκαλιά της αυτή τη γη την άγρια, τη σχεδόν βουκολική, μια νησίδα εξοχής, με αγριόχορτα, πλέον, και ζιζάνια, και έντομα, και τρωκτικά, και γάτες πολλές. Από την οδό Μωραϊτίνη, ο τοίχος δεν αποκαλύπτει ότι συνορεύει με αυτόν τον μυστικό κόσμο. Παλαιότερα έζωνε κάποιο μικρό σπιτάκι που έφυγε από τη μνήμη μαζί με εκείνους που το κατοίκησαν. Εκεί που ήταν το κλουβί με το καναρίνι, η πιατοθήκη, το κρεβάτι του μικρού και η τραπεζαρία με δύο καρέκλες και ένα σκαμνί, έμενε χέρσο χώμα στρωμένο με τσιμέντο. Μόνο ο τοίχος απέμεινε, με τα αγκωνάρια και τη λάσπη του, αλλά να που, στο κέντρο, έχει μείνει το παλιό χρώμα της κάμαρης. Και είναι χρώμα σε δύο τόνους, με εκείνο το πράσινο πετρόλ στη βάση και εκείνη την ώχρα πιο ψηλά. Ενα δοκάρι που χώριζε τα χρώματα έχει ξεκαρφωθεί και γέρνει άχαρα, και πιο κάτω στην επιφάνεια του πράσινου χρώματος που ξεφλουδίζει έχουν κολληθεί αυτοκόλλητα, επισκευές και μαθήματα, και κλειδαράδες και παλιατζήδες. Από πάνω μουντζούρες με σπρέι, εκεί που ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι γέμιζε ζωή, κάποτε στα Θυμαράκια. Ημουν έτοιμος να αποχαιρετήσω αυτό το ευτελές υπόλειμμα της αστικής αρχαιολογίας. Ηταν ένα λείψανο, ένα θραύσμα από πέτρες και λάσπη, ένα σπάραγμα τόσο ανεπιθύμητο όσο και ενοχλητικό. Πολλοί θα το προσπερνούσαν, οι περισσότεροι θα απορούσαν, πώς άφησαν αυτόν τον παλιότοιχο μέσα στη μέση, θα μονολογούν…