ΠΟΛΗ

Η πλατεία Αμερικής τη δεκαετία του ’60 και σήμερα

i-plateia-amerikis-ti-dekaetia-toy-60-kai-simera

Η παρελθοντολογία για τον διαρρηγμένο κοινωνικό ιστό και για τις γειτονιές της παλιάς Αθήνας που έφυγαν αφορά τα νιάτα μας και περισσότερο αναφέρεται στο σήμερα της αποξένωσής μας. Είναι αναπόφευκτο οι κοινωνίες αδιάκοπα να αλλάζουν, να μετασχηματίζονται κι η γειτονιά στην «παραδοσιακή» μορφή της να μην υπάρχει πια. Είναι η καχυποψία, ως παράγωγο των όσων θλιβερών μας περιβάλλουν, που έχει φωλιάσει μέσα μας και μας οδηγεί στη μοναξιά μας.

Βίλες και αρχοντικά

Η δική μου γειτονιά, η συνοικία που μένω στην αχανή Αθήνα, ήταν από τις πρώτες αστικές περιοχές προπολεμικά και μεταπολεμικά. Η πλατεία Αγάμων στην περιοχή «Λεβίδη» επί της Πατησίων. Βέβαια οι περισσότεροι σήμερα δεν ξέρουν ούτε την Αγάμων, που ονομάστηκε έτσι γιατί μια παρέα από ορκισμένους άγαμους άνδρες συγκεντρωνόταν εκεί στις αρχές του 20ού αιώνα, ούτε την περιοχή «Λεβίδη» που ονομάσθηκε επίσης έτσι γιατί στην περιοχή ήταν η βίλα της οικογένειας Λεβίδη. Την εποχή εκείνη η περιοχή είχε βίλες και κλασικά αρχοντικά όπου κατοικούσαν γνωστές οικογένειες. Οι περισσότεροι σημερινοί κάτοικοι, αν όχι όλοι, την ξέρουν ως πλατεία Αμερικής, και ονομάσθηκε έτσι το 1927 προς τιμήν της φίλης χώρας.

Ο ένας γνώριζε τον άλλο

Εμείς, όσοι εγκατασταθήκαμε στην περιοχή τη δεκαετία 1960-1970 στις πρώτες αστικές πολυκατοικίες της περιοχής, θυμόμαστε και το πρώτο της όνομα και την τότε εικόνα της πλατείας τη δεκαετία του ’60. Μια πραγματικά όμορφη πλατεία, με το σιντριβάνι στη μέση και γύρω τραπεζάκια ζαχαροπλαστείων, και κόσμο της περιοχής χαλαρό, να γνωρίζεται μεταξύ του, να μιλούν για λύπες και χαρές της ζωής τους.
Θυμόμαστε τον κινηματογράφο «Αττικα» από το κάτω μέρος της πλατείας, με τα κόκκινα βελούδινα καθίσματα και τις ταξιθέτριες με τις μπλε ποδιές, να αλλάζει έργο κάθε εβδομάδα και να έχει πάντα ουρές στα ταμεία του. Κι από το πάνω μέρος της πλατείας, Πατησίων και Τενέδου, το ζαχαροπλαστείο «Κανδηλώρου», με τα γκαρσόνια με τα μαύρα παντελόνια, τα λευκά πουκάμισα και παπιγιόν, πάντα ευγενικά και με φρέσκα γλυκά. Ενθεν και ένθεν, στις άλλες δύο πλευρές, μικρά ζαχαροπλαστεία και μεζεδοπωλεία.

Οι πολυκατοικίες γύρω από την πλατεία και τους γύρω δρόμους όλες καλοφτιαγμένες, με άνετα μεγάλα διαμερίσματα όπου κατοικούσαν κατά βάση οικογένειες επιστημόνων, επιχειρηματιών, βιομηχάνων και γενικά μια κοινωνία ανερχόμενων, την εποχή εκείνη, αστών. Χαρακτηριστική, στη γωνία Πατησίων και Σπάρτης, η πρώτη πολυκατοικία του Λαχείου Συντακτών.
Και πολύ κοντά στην πλατεία, η Φωκίωνος Νέγρη, γνωστός τόπος συγκέντρωσης καλλιτεχνών, κοσμικών και βέβαια νεαρόκοσμου. Δεν νοούνταν βραδινή έξοδος την εποχή εκείνη για όλους τους Αθηναίους εάν δεν περνούσαν και από τη Φωκίωνος Νέγρη.

Oι αλλαγές από το ’80

Τις δεκαετίες 1980-1990 άρχισε ν’ αλλάζει ο κοινωνικός ιστός της περιοχής. Η αστυφιλία άρχισε να πιέζει τις αθηναϊκές γειτονιές. Πρώτα με τους Ελληνες, τους γηγενείς κατοίκους της περιοχής, που διέφυγαν από το κέντρο πηγαίνοντας στα ανετότερα πράσινα προάστια, κυρίως στα βόρεια. Παράλληλα, οι οικογένειες άρχισαν να αλλάζουν μορφή. Τα παιδιά μεγάλωσαν, έφυγαν αυτά πρώτα από τα σπίτια, και τις περισσότερες φορές τ’ ακολούθησαν κι οι γονείς.

Κι έφθασαν, στα κενά διαμερίσματα, καινούργιοι κάτοικοι άλλης νοοτροπίας και κουλτούρας, εργαζόμενοι όλοι, που δεν είχαν χρόνο ούτε για μια «καλημέρα» στον διπλανό τους. Ηταν οι περισσότεροι Νεοέλληνες του «ωχ αδελφέ!». Αργότερα ήλθαν και οι ξένοι. Οχι οι βάρβαροι, αλλά αλλοδαποί οικονομικοί μετανάστες με μια εντελώς διαφορετική κουλτούρα. Πολλοί ήρθαν με τις δικές τους συνήθειες. Ετσι είχαν ζήσει. Ετσι είχαν μάθει. Πεινασμένοι, φοβισμένοι, δυστυχείς. Ηθελαν τα βασικά: να φάνε, να χορτάσουν. Και μετέφεραν αυτή τη δυστυχία τους και στην περιοχή.

Ξαφνικά, βρέθηκαν σε έναν άλλο κόσμο και κανείς δεν τους βοήθησε να προσαρμοσθούν, να μάθουν τη γλώσσα της χώρας και τις συνήθειές της. Να κρατήσουν τις δικές τους αλλά μαζί και του τόπου που τους φιλοξενούσε. Κι έτσι η πλατεία Αμερικής «άλλαξε ήπειρο» κι έγινε, όπως έλεγαν πολλοί οδηγοί ταξί, πλατεία Αφρικής.

Τώρα πια, στο σήμερα, η πλατεία Αμερικής δεν είναι εκείνη που ήταν, εκείνη που θυμόμαστε. Οσοι εξακολουθούμε να μένουμε έχουμε το αίσθημα ότι φυλάμε Θερμοπύλες. Κι ελπίζουμε…

* Η κ. Τζέννυ Πετράκη είναι δημοσιογράφος.