ΠΟΛΗ

Θεόφιλος Χάνσεν, ένας «Ελληνας» Δανός

theofilos-chansen-enas-ellinas-danos-2016999

Το 2013 έκλεισαν 200 χρόνια από τη γέννηση του Θεόφιλου Χάνσεν, του Ευρωπαίου αρχιτέκτονα που γεννήθηκε στη Δανία, άρχισε τη σταδιοδρομία του στην Ελλάδα και μεσουράνησε στην αυτοκρατορική Βιέννη του Φραγκίσκου Ιωσήφ.

Η ελληνική πρωτεύουσα οφείλει στον Θεόφιλο Χάνσεν τα πιο σημαντικά κτίριά της, κτίρια τοπόσημα στην Ιστορία της, το Αστεροσκοπείο, την Ακαδημία, το Ζάππειο, τη Βιβλιοθήκη… Και ο Θεόφιλος Χάνσεν όμως οφείλει στην Αθήνα το υπόβαθρο της αρχιτεκτονικής του παιδείας, τη διάπλαση της αρχιτεκτονικής του προσωπικότητας. Μια σχέση στενή και αμφίδρομη.

Την εποχή που γεννιέται ο Θεόφιλος Χάνσεν το ιδεολογικό ρεύμα που σήμερα αποκαλούμε νεοκλασικισμό διανύει τη θριαμβευτικότερή του φάση. Πατώντας στέρεα στις βασικές αρχές του Διαφωτισμού και αντλώντας έμπνευση από την αρχαία Ρώμη αρχικά και από τα τέλη του 18ου αιώνα από την κλασική Ελλάδα, γίνεται σταδιακά περισσότερο αυστηρό και λιτό.

Ζενίθ του νεοκλασικισμού

Στις αρχές του 19ου αιώνα ο νεοκλασικισμός έχει εξαπλωθεί σε ολόκληρη την Ευρώπη, στη Ρωσία, στην Αμερική, ακόμη και στη μακρινή Αυστραλία. Και είναι αναμφίβολα μια από τις κυριότερες αιτίες που μια σειρά από φιλελληνικά σωματεία ιδρύθηκαν σε κάθε γωνιά της Γης για να βοηθήσουν και να ενισχύσουν τον αγώνα των Ελλήνων για την ανεξαρτησία τους.

Στην Κοπεγχάγη, την εποχή που γεννιέται ο Θεόφιλος Χάνσεν, ο νεοκλασικισμός έχει να επιδείξει αξιόλογα δείγματα του ρυθμού. Ο προϊστάμενος της υπηρεσίας κτιρίων το 1813 C.F. Hansen ενσωματώνει στα έργα του με επιτυχία νεοκλασικά στοιχεία. Το ίδιο και πολλοί άλλοι Δανοί συνάδελφοί του.

Ο νεαρός Θεόφιλος Χάνσεν μεγαλώνει και σπουδάζει σε μια πόλη περιτριγυρισμένος από εικόνες και ερεθίσματα που τον οδηγούν στη μελέτη του νεοκλασικισμού. Η παράλληλη επιρροή μιας μερίδας διανοουμένων Δανών και των φιλελληνικών ομίλων πρέπει επίσης να του ήταν γνωστή. Η εγκατάσταση του μεγαλύτερου αδελφού του, Χριστιανού, στην Αθήνα το 1833, ήταν η καθοριστική πρόκληση και πρόσκληση για να τολμήσει κι αυτός με τη σειρά του την κάθοδό του στην Ελλάδα.

Αν η κάθοδος αυτή για τον Χριστιανό έγινε σταδιακά μέσω ενός εκπαιδευτικού ταξιδιού που άρχισε το 1831 με προορισμό τη Γερμανία και την Ιταλία για να καταλήξει δύο χρόνια αργότερα στην Αθήνα, για τον Θεόφιλο τα πράγματα ήταν ευκολότερα και περισσότερο ξεκάθαρα.

Στην αίτησή του προς την Ακαδημία Καλών Τεχνών της Κοπεγχάγης ο Χριστιανός Χάνσεν έγραφε: «Οσο μελετάει κανείς την τέχνη τόσο περισσότερο τη νιώθει και όλο και περισσότερο δυναμώνει μέσα του η επιθυμία να την αναζητήσει εκεί όπου γεννήθηκε. Κάτι ανάλογο έχει συμβεί και σε μένα. Ο πόθος μου να ταξιδέψω στην Ελλάδα έχει τόσο πολύ μεγαλώσει μέσα μου, ώστε έχει φθάσει στο σημείο να αποτελεί τη μοναδική μου αναζήτηση». Ο Θεόφιλος είχε στρωμένο τον δρόμο για την Ελλάδα. Ο αδελφός του τον περίμενε να τον παραλάβει στο λιμάνι του Πειραιά και να τον εγκαταστήσει στην Αθήνα.

Στην Αθήνα των πρώτων χρόνων της μετα-οθωμανικής περιόδου, ο Θεόφιλος Χάνσεν θα συναντήσει όλες τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να ανθήσει η τέχνη. Την κατάλληλη ψυχολογική και πνευματική ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας που είναι έτοιμη να δεχθεί όσες θυσίες απαιτεί η τέχνη, για τις μεγάλες ιδέες που φανερώνει. Μιας κοινωνίας που μπορεί να μην έχει την ανάλογη πνευματική ανάπτυξη, αλλά γνωρίζει να σέβεται και να τιμά τα έργα των προγόνων της, αυτά που της εξασφάλισαν και τις εξασφαλίζουν άλλωστε μια εντελώς ιδιαίτερη θέση στον ευρωπαϊκό χώρο. Μιας κοινωνίας όπου οι ατομικές συνειδήσεις συντονίζονται με την καθολική συνείδηση, που ξεπερνά τα στενά σύνορα της χώρας και επεκτείνεται και στην έξω από αυτή ελληνική ομογένεια.

Ο Θεόφιλος Χάνσεν θα έχει τη δυνατότητα να μελετήσει, να σχεδιάσει, να αποτυπώσει, να αναστηλώσει τα αρχαία μνημεία και να τα χρησιμοποιήσει ως πρότυπα στα αρχιτεκτονικά του δημιουργήματα.

Γιατί αναμφίβολα, για τον Θεόφιλο Χάνσεν η εγκατάσταση στην Αθήνα και η ενσωμάτωσή του στην καλλιτεχνική της εποχή έθεσαν τα θεμέλια για τη μελλοντική του σταδιοδρομία.

Το 1838 που ο Θεόφιλος φθάνει στην Αθήνα, ο Χριστιανός είχε αναλάβει ήδη τον σχεδιασμό και την επίβλεψη του Πανεπιστημίου. Είναι το πρώτο έργο στο οποίο θα συμμετάσχει ως βοηθός του αδελφού του ο Θεόφιλος.

Τέσσερα χρόνια αργότερα ο Αντώνιος Δημητρίου, πλούσιος ομογενής από την Τεργέστη, του αναθέτει τον σχεδιασμό ενός κτιρίου στην πλατεία των Ανακτόρων, με καταστήματα στο ισόγειο και δύο ανεξάρτητες κατοικίες στους ορόφους. Πρόκειται για το κτίριο που βρισκόταν στη θέση όπου σήμερα είναι το ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρεταννίας», και το οποίο κατεδαφίστηκε το 1960. Κατά την ανοικοδόμησή του ο αρχιτέκτων Βουτσινάς προσπάθησε να κρατήσει κάποια στοιχεία του Μεγάρου Δημητρίου, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία, στον κατά πολύ μεγαλύτερο όγκο του νέου κτιρίου.

Η γνωριμία με τον Γ. Σίνα

Το 1846 αναλαμβάνει τον σχεδιασμό του Αστεροσκοπείου στον Λόφο των Νυμφών. Ενα κτίριο όπου πέρα από τις όποιες αρχιτεκτονικές αναζητήσεις ο Θεόφιλος Χάνσεν είχε να επιλύσει ένα πλήθος από τεχνολογικά προβλήματα. Με το Αστεροσκοπείο ο Θεόφιλος Χάνσεν έρχεται σε επαφή για πρώτη φορά με τον βαρώνο Γεώργιο Σίνα, με χορηγία του οποίου χτίστηκε το μοναδικό αυτό κτίριο.

Ο Ελληνας μαικήνας θα πάρει υπό την προστασία του τον νεαρό αρχιτέκτονα όταν ο τελευταίος θα εγκαταλείψει την Αθήνα το 1846 για να εγκατασταθεί οριστικά στη Βιέννη όπου έγινε διάσημος.

Το Αστεροσκοπείο είναι το τελευταίο έργο που θα επιβλέψει ο ίδιος στην Αθήνα πριν φύγει για τη Βιέννη. Ισως γι’ αυτό είναι και το μόνο που επέγραψε «servare intamitanatum – Να μείνει ανέπαφο».

Το 1859 ο υιός του βαρώνου Γεωργίου Σίνα, Σίμων, αναλαμβάνει να χρηματοδοτήσει το κτίριο της Ακαδημίας Αθηνών και αναθέτει εν λευκώ το έργο στον Θεόφιλο Χάνσεν. Την επίβλεψη του έργου ανέλαβε ο μαθητής του Χάνσεν, Σάξονας αρχιτέκτων Ερνέστος Τσίλλερ.

Ο Τσίλλερ θα επιβλέψει και τα δύο αλλά μεγάλα κτίρια που θα χτιστούν στην Αθήνα πάνω σε σχέδια του Θεόφιλου Χάνσεν. Το Ζάππειο Μέγαρο που είχε αρχίσει να χτίζεται πάνω σε σχέδια του Γάλλου αρχιτέκτονα Φ. Μπουλανζέ και αποπερατώθηκε με σοβαρές μετατροπές από τον Χάνσεν (η κυριότερη είναι αυτή του στρογγυλού μεγαλοπρεπούς εσωτερικού αιθρίου) και η Βαλλάνειος Βιβλιοθήκη.

Στη Βιέννη

Τρία ακόμη έργα που σχεδίασε ο Χάνσεν για την Ελλάδα, μια έπαυλη στην Αθήνα, ένα ανακτορικό συγκρότημα για τον Γεώργιο Α΄ στον Πειραιά και ένα ακόμη για την αυτοκράτειρα της Αυστρίας Σίσι, στην Κέρκυρα, δεν πραγματοποιήθηκαν ποτέ.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μεγαλύτερο αρχιτεκτονικό του έργο ο Θεόφιλος Χάνσεν το πραγματοποίησε στη Βιέννη, η κοινότητα της οποίας τον ετίμησε με τον τίτλο του επίτιμου πολίτη.

Στην Αθήνα όμως χρωστάει τις γερά θεμελιωμένες βάσεις του έργου του. Ακούραστος, δημιουργικός, δεν περιορίζεται σε ένα αυστηρό αρχιτεκτονικό ύφος. Σχεδιάζει χωρίς καλούπια, ελεύθερα και προσωπικά.

Δεν είναι εύκολο να παρουσιάσει κανείς την προσωπικότητα του ιδιαίτερα ταλαντούχου Ευρωπαίου αρχιτέκτονα σε ένα μικρό σημείωμα.

Στο Μουσείο Μπενάκη είχαμε προγραμματίσει για το 2013 μια μεγάλη έκθεση αφιερωμένη στον Θεόφιλο Χάνσεν, που δυστυχώς όμως λόγω της κρίσης δεν μπόρεσε να πραγματοποιηθεί. Ισως κάποτε άλλοτε, ίσως κάποιος άλλος.

Στόχος του σημερινού αφιερώματος αποτελεί απλά και μόνο μια μικρή απόδοση τιμής, ένα ευχαριστώ στον άνθρωπο που η πρωτεύουσά μας χρωστάει ένα σημαντικό μέρος από την αίγλη της.

* Η κ. Μάρω Καρδαμίτση-Αδάμη είνα αρχιτέκτων, ομότιμη καθηγήτρια του ΕΜΠ και υπεύθυνη των Αρχείων Νεοελληνικής Αρχιτεκτονικής του Μουσείου Μπενάκη.