ΠΟΛΗ

Η αστική φαντασία σε υποστολή

i-astiki-fantasia-se-ypostoli-2031570

​​Aυτό το «R» από την επιγραφή του Rex στην Πανεπιστημίου, σηκώνει πλέον μεγάλο βάρος. Το κοιτούσα πάνω στη λευκασμένη πρόσοψη του ωραίου κτιρίου και συναισθάνθηκα τη μοναξιά του. Δεν υπάρχουν πολλά εμβλήματα πλέον που να διηγούνται τους αστικούς μύθους της Αθήνας.

Σαν θυρεοί και οικόσημα οι επιγραφές των κινηματογραφικών αιθουσών, χειμερινών και θερινών, ήταν και είναι ακόμη, όσες επιζούν, κομμάτι μιας αδιόρατης μυθολογίας. Kαι αν έχουν επιβιώσει μερικά σινεμά διάσπαρτα στην Αθήνα, στο ιστορικό κέντρο και στις κεντρικές συνοικίες απέμειναν ελάχιστα. Δεν είναι τυχαίο που το «Θησείο» απέκτησε τέτοια μυθική διάσταση καθώς τα καλοκαιρινά σινεμά ανάμεσα στα σπίτια και τις πολυκατοικίες σε όλες τις γειτονιές έχουν, σχεδόν στο σύνολό τους, εκλείψει. Η εμπειρία της λαθρο-παρακολούθησης από μπαλκόνια και ταράτσες ήταν σύνηθες φαινόμενο και σε πολλά σινεμά βλέπαμε ταινίες παρέα με τους «υπερυψωμένους» γείτονες να τρώνε το καρπουζάκι τους στο μπαλκόνι της κρεβατοκάμαρας με την προνομιακή θέα.

Αλλά, ο μύθος της πόλης ξετυλιγόταν και αυτός σαν κινηματογραφική ταινία από τα θρυλικά ονόματα των σινεμά της Πατησίων, της Σταδίου και της Πανεπιστημίου. Η πύκνωση της ίδιας της ιδέας του μύθου συμβολιζόταν από τις επιγραφές, αναμμένες σαν πυρσούς τη νύχτα, σε κόκκινο ή κίτρινο, με καλλιγραφίες ή αρ ντεκό γραμματοσειρές. Τα ονόματα μιλούσαν για εξωτισμό, αναπόληση, νοσταλγία, αισθήσεις, ήρωες και τιτανομαχίες. Μέσα στις αίθουσες σκεπαστές ή υπαίθριες, συνέβαινε ό,τι συμβαίνει σε μια σκοτεινή σπηλιά που την εξερευνάς με έναν αναμμένο πυρσό στο χέρι. Μικροί Τομ Σώγερ οι θεατές ζούσαν με ξαναμμένα μάγουλα σκηνές υπερτροφικής φαντασίας. Βγαίνοντας, ζαλισμένοι και απορροφημένοι από το άνοιγμα στην εμπειρία, περπατούσαν στα αθηναϊκά πεζοδρόμια που γίνονταν και αυτά προεκτάσεις της φαντασίας, διάδρομοι που λίγο λίγο σε έφερναν κοντά στην πραγματική ζωή, στον ρυθμό του άστεως.

Μόνο που όλα αυτά τα μυθικά συνέβαιναν στην καρδιά της πόλης. Η Αθήνα είχε κόγχες, σπηλιές, θόλους που ανέμιζαν μέσα τη σημαία της φαντασίας. Οι κινηματογράφοι, κοντά ο ένας στον άλλον, με λοφία από νέον στην πρόσοψη, ήταν το αντίβαρο στην ανία της επίπεδης συναλλαγής, ήταν εργοτάξια ονείρων που κάπνιζαν από τις καμινάδες τους και ξετύλιγαν κορδέλες φαντασίας. Δεν ήταν λίγο. Η ίδια η πόλη ζούσε μαζί με την παράλληλη εκδοχή της. Αν μπορούσε κανείς να περπατήσει από το Τέρμα Πατησίων ώς τα Χαυτεία, να ανέβαινε την Πανεπιστημίου και μετά να γύριζε κατηφορίζοντας τη Σταδίου θα είχε προσπεράσει δεκάδες κινηματογράφους, όλους με ονόματα μυθικά, με φωτογραφίες και ζωγραφιές, με τον θρύλο νομιμοποιημένο, ενταγμένο στον μυστικό κώδικα του άστεως, κομμάτι μιας προσωπικής αφήγησης, ψευδαισθητικής και αληθινής ταυτόχρονα. Αυτό το δικαίωμα στον μύθο, μέσα στις «σπηλιές» της πόλης, έχει σταδιακά εξοβελιστεί, περιθωριοποιηθεί, εξανεμιστεί. Και από δημόσιο κτήμα και κοινό θέαμα, έγινε ιδιωτική υπόθεση και προσωπικός κώδικας. Ολος ο μύθος που έβαφε το αθηναϊκό κέντρο, μέσα από τα πολλά σινεμά, μοιάζει αθέατος. Το «R» στο Rex έμεινε σύμβολο μιας δημόσιας φαντασίας σε υποστολή.