ΠΟΛΗ

Τη νύχτα που πιστέψαμε στο θαύμα

09s1olag

Ηταν Τετάρτη 11 Αυγούστου του 2004. Στο Ολυμπιακό Στάδιο με την περίφημη στέγη Καλατράβα για πρώτη φορά πάνω από τα κεφάλια μας. Παρακολουθούμε την προτελευταία πρόβα της τελετής έναρξης. Από τα πρώτα λεπτά συνειδητοποιούμε ότι αυτό που βλέπουμε θα μας συντροφεύει σε όλη μας τη ζωή. Σε έναν χώρο με περισσότερους από 70.000 ανθρώπους δεν ακούγεται το παραμικρό, ούτε ανάσα. Κι όταν λίγο αργότερα, σε μια σύντομη ανάπαυλα, θα κοιταχτούμε συγκινημένοι με τους φίλους μας (στα μάγουλα μερικών ήδη κυλάνε δάκρυα), είμαστε πια σίγουροι: αυτό που θα δείξει σε δύο ημέρες η χώρα μας σε όλο τον κόσμο δεν θα είναι απλά «αξιοπρεπές» ή «καλόγουστο» ή «ωραίο». Θα είναι κάτι πολύ πιο βαθύ και σπουδαίο, θα είναι ένα κομμάτι από την ψυχή μας, και χάρη στον Δημήτρη Παπαϊωάννου και την ομάδα του, αυτοί οι σπινθήρες μιας τόσο προσωπικής και αισθησιακής Ελλάδας που κουβαλάγαμε όλοι μέσα μας αλλά τη θυμόμασταν μόνο κάποια καλοκαίρια ή σε σκόρπιες αναμνήσεις, δεν είναι τα ξέφτια ενός ξεχαρβαλωμένου κράτους αλλά η σιωπηρή, εθνική παρακαταθήκη για το άμεσο μέλλον που οπωσδήποτε θα ήταν καλύτερο.

Ονειρική ακολουθία

Η πίστη για το αύριο της χώρας, φιλτραρισμένη μέσα από τη μαγική, αιθέρια εικονοπλασία του Δημήτρη Παπαϊωάννου, έμοιαζε ακλόνητη και πηγαία. Γιατί ξεπηδούσε μέσα από υπαρκτά υλικά, δοσμένα με έναν ανεπιτήδευτα σύγχρονο τρόπο. «Η Τελετή που ονειρεύτηκα να συνθέσω είχε καθαρότητα στη φόρμα και οικονομία στο χρώμα, εστίαζε την προσοχή της αποκλειστικά στην ιστορία της τέχνης, ακολουθούσε μια αισθησιακή προσέγγιση της ελληνικής ταυτότητας και είχε μια υποδόρια σεξουαλικότητα που θα την έκανε ελκυστική και στα έγκατα της ύπαρξής μας» σημειώνει ο Ελληνας δημιουργός στην προσωπική του ιστοσελίδα. «Προσπάθησα να δημιουργήσω μια οικειότητα σε μια μεγάλη, θεαματική κλίμακα και να αποταθώ σε αρχετυπικά αισθήματα και εικόνες, για να μπορέσει να λειτουργήσει η τελετή σε πνευματικό αλλά και σε συναισθηματικό επίπεδο. Η Τελετή δεν θα μπορούσε να είναι μια ιστορία – μπορούσε μόνο να είναι το ξετύλιγμα μιας ονειρικής ακολουθίας».

Τη συνέχεια τη γνωρίζουμε. Η Αθήνα έζησε 17 ανεπανάληπτες ημέρες που θα μείνουν για πάντα χαραγμένες στη μνήμη όσων επέλεξαν να μη λείψουν από το μεγαλύτερο πάρτι της σύγχρονης ιστορίας της. Το κλίμα ευφορίας που μετάγγισε στους κατοίκους της ένα μοναδικό και σχεδόν πρωτοφανές αίσθημα αυτοπεποίθησης, επιβίωσε, δυστυχώς, μόνο για λίγους μήνες.

Οι δυσλειτουργίες της περιόδου προετοιμασίας μπορεί να κουκουλώθηκαν αποτελεσματικά στη διάρκεια των Αγώνων αλλά βγήκαν ξανά στην επιφάνεια όταν έπεσαν τα φώτα και στους Παραολυμπιακούς του Σεπτεμβρίου του 2004. Οι διαρκείς αλλαγές στη χωροθέτηση αθλημάτων υποθήκευσε το μέλλον των εγκαταστάσεων και αύξησε κατά πολύ τον συνολικό προϋπολογισμό. Θυμίζουμε τι μας είχε πει ο κ. Σπύρος Καπράλος με την… τριπλή ιδιότητα του εντεταλμένου συμβούλου της Οργανωτικής Επιτροπής Ολυμπιακών Αγώνων «Αθήνα 2004» αλλά και του γενικού γραμματέα Ολυμπιακών Αγώνων του υπουργείου Πολιτισμού και του City Manager κατά τη διάρκεια των Αγώνων: «Υπήρχε η προσέγγιση “αυτό που πληρώνουμε τουλάχιστον να μας μείνει”, ενώ με την ενοικίαση μιας πρόχειρης εγκατάστασης στο ένα τρίτο της “μόνιμης”, δεν θα μας έμενε απολύτως τίποτα. Δεύτερον, οι ομοσπονδίες ήθελαν, όπως ήθελαν και ορισμένοι εργολάβοι και άλλοι, να γίνουν έργα. Οι ομοσπονδίες υποστήριζαν ότι το άθλημά τους θα είχε μέλλον αν “κληρονομούσαν” μετά τους Αγώνες μια σύγχρονη εγκατάσταση. Επίσης λόγω της πίεσης του χρόνου τρέχαμε όλοι για να προλάβουμε να γίνουν οι εγκαταστάσεις χωρίς να υπάρχει μια δεύτερη ομάδα από πίσω που θα σκεφθεί τι θα γίνουν όλα αυτά τα γήπεδα μετά τους Αγώνες».

Ετσι φθάσαμε από το ένα άκρο στο άλλο, πιστοί στους άγραφους νόμους της ελληνικής ψυχής. Από την υπερ-επένδυση (συναισθηματική και οικονομική), φτάσαμε στην πλήρη απαξίωση και στη δαιμονοποίηση. Ακόμα και η οικονομική κρίση αποδόθηκε στη «σπατάλη» των Αγώνων! Στον προϋπολογισμό του «2004» φορτώθηκαν έργα υποδομής, με αποτέλεσμα το τελικό νούμερο (που ακόμα δεν γνωρίζουμε) να σκαρφαλώνει κάθε φορά σε νέες, απάτητες κορυφές. Φαίνεται, πάντως, ότι ένας αριθμός κοντά στα 8 δισεκατομμύρια βρίσκεται αρκετά κοντά στην πραγματικότητα και ευτυχώς ή δυστυχώς δεν χρεοκοπήσαμε για τους Αγώνες.

Απέχουμε μόνο 10 χρόνια από εκείνες τις ημέρες και είναι ακόμα αρκετά νωρίς για να «θερμομετρήσουμε» την πραγματική «κληρονομιά» του 2004. Προς το παρόν, ας αρκεστούμε στην ανάμνηση των έξοχων στιγμών που μας χάρισε η τελετή έναρξης αλλά και στη χρήσιμη υπενθύμιση ότι υπήρξαμε η μικρότερη χώρα που διοργάνωσε άρτιους Ολυμπιακούς Αγώνες στο ζενίθ της γιγάντωσής τους. Δεν είναι θέμα εθνικού εγωισμού αλλά στοιχειώδους αυτογνωσίας.