ΠΟΛΗ

Υψηλές προσδοκίες και ρεαλισμός

ypsiles-prosdokies-kai-realismos-2047667

Ηταν Ιούλιος του 2004, μια ανάσα πριν από τους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Μαζί με τις αθλητικές εγκαταστάσεις, που είχαν μόλις ετοιμαστεί, ένα νέο μουσείο άνοιγε τις πόρτες του στο κοινό. Σ’ ένα κομψό νεοκλασικό κέλυφος, η λαμπρή συλλογή της ισλαμικής τέχνης του Αντώνη Μπενάκη είχε βρει ιδανική στέγη.

Τη βραδιά των εγκαινίων, ο Αγγελος Δεληβορριάς και ο τότε πρωθυπουργός (και υπουργός Πολιτισμού) Κώστας Καραμανλής υπογράμμιζαν ότι η ίδρυση του Μουσείου Ισλαμικής Τέχνης δεν ήταν απλώς μια χειρονομία καλής θελήσεως προς μια γεωγραφική περιοχή και μια θρησκεία που είναι παραδοσιακώς οικεία στους Ελληνες. Είναι κάτι πολύ παραπάνω: η φιλοδοξία να αποτελέσει ο χώρος αυτός τον πιο συνεπή δίαυλο επικοινωνίας με το Ισλάμ, αξιοποιώντας την προνομιακή φυσική αλλά και ψυχολογική θέση της χώρας ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση.

Ο πήχυς για το νέο μουσείο μπήκε υψηλά, καθώς επιφορτίστηκε από τη γέννησή του με μια αποστολή που ξεπερνούσε τα όρια της τέχνης και έμπαινε στα λημέρια ακόμα και της διπλωματίας ή της εσωτερικής πολιτικής. Τι συνέβη έκτοτε;

Δέκα χρόνια δράσεων

Μέσα στην πρώτη δεκαετία της ζωής του καινούργιου θεσμού, πολλά άλλαξαν στην πρωτεύουσα: η λαθρομετανάστευση δημιούργησε μια μεγάλη κοινότητα μουσουλμάνων και η οικονομική κρίση έχει επηρεάσει κάθε έκφανση της ζωής, πόσο μάλλον τον τομέα του πολιτισμού, που θεωρείται «παντεσπάνι». Πού βρίσκεται σήμερα λοιπόν το μουσείο; Και γιατί, παρά την πολύ δραστήρια παρουσία του με συνεχείς δράσεις που προετοιμάζουν με αγάπη και μεράκι οι επιμελήτριες Μίνα Μωραΐτου και Ροζάνα Μπαλιάν, δεν έχει κερδίσει τη θέση που του αξίζει στη δημοφιλία των αθηναϊκών πολιτιστικών hotspots;

Μέσα στα 10 χρόνια λειτουργίας έχουν κοπεί περίπου 9.000 εισιτήρια. Αν υπολογίσει κανείς ότι το πολύ όμορφο καφέ στην ταράτσα έχει κλείσει από τις αρχές της κρίσης, οι ημέρες που είναι ανοιχτό το μουσείο έχουν μειωθεί, ενώ υπάρχει μόνον μόνιμη συλλογή και περιορισμένη ευελιξία περιοδικών εκθέσεων, θα έλεγε κανείς ότι το μουσείο παλεύει σε αντίξοες συνθήκες.

Πριν από δύο εβδομάδες έγινε και ο εορτασμός των δέκατων γενεθλίων του, στον οποίο παρευρέθησαν πολλοί φίλοι του μουσείου, αλλά απουσίασε ο διπλωματικός κόσμος από τις ισλαμικές χώρες: «Η αλήθεια είναι ότι όλα αυτά τα έτη έχουμε κάνει μια συστηματική προσπάθεια ανοίγματος σε ξένες διπλωματικές αποστολές, η οποία ίσως δεν έχει αποφέρει τους καρπούς που θα περιμέναμε, πλην ίσως του Κουβέιτ, το οποίο μας έκανε και μια χορηγία», λέει στην «Κ» η Μίνα Μωραΐτου. Βέβαια, είναι σαφές ότι όλοι οι υψηλοί προσκεκλημένοι της ελληνικής Πολιτείας οι οποίοι προέρχονται από χώρες ισλαμικές έχουν ξεναγηθεί στο μουσείο και έχουν εντυπωσιαστεί από τον πλούτο της συλλογής, που θεωρείται από τις καλύτερες στο είδος της σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Σε ό,τι αφορά τη συσπείρωση του φιλότεχνου κοινού γύρω από το μουσείο, η επιμελήτρια υπογραμμίζει πως είναι δύσκολο σε καιρό οικονομικής δυσπραγίας να περιμένεις πως ένας θεατής, που έχει ήδη δει τη μόνιμη έκθεση, θα ξαναέρθει. «Οταν έχουμε εκδηλώσεις, βλέπουμε με χαρά ότι ο κόσμος ανταποκρίνεται πάντως».

Θέμα ταμπού;

Η επόμενη ερώτηση είναι αναπόφευκτη: Μήπως ένα τμήμα της ελληνικής κοινωνίας αισθάνεται πως υπάρχει απόσταση -αν όχι εχθρότητα- με το Ισλάμ και γυρίζει την πλάτη ακόμα και στην τέχνη του; Ο επισκέπτης καθηγητής στο Αμερικανικό Κολέγιο Δημήτρης Αντωνίου, ο οποίος έχει κάνει Ανατολικές Σπουδές στην Οξφόρδη και έχει ολοκληρώσει ειδική έρευνα για το φλέγον ζήτημα της ανοικοδόμησης τεμένους στην Αθήνα, λέει: «Η εθνική μας αφήγηση, όπως έχει περάσει μέσα από την εκπαίδευση τα τελευταία χρόνια, δεν επιτρέπει την ενσωμάτωση του οθωμανικού παρελθόντος. Είναι δύσκολο για έναν Ελληνα που έχει βγει από το παρόν εκπαιδευτικό σύστημα να θεωρήσει ότι τα οθωμανικά μνημεία που είναι διάσπαρτα στην Ελλάδα είναι και δική του πολιτιστική κληρονομιά. Η αναπαλαίωσή τους ήταν ένα θέμα ταμπού, καθώς υπήρχαν πιέσεις οι διαθέσιμοι πόροι να πηγαίνουν υπέρ μνημείων που συνθέτουν μια αφήγηση που μας συνδέει απευθείας με την αρχαία Ελλάδα ή το Βυζάντιο, κοινώς για σκοπούς που είναι χρήσιμοι στην εσωτερική και εξωτερική μας πολιτική. Μόνο τα τελευταία χρόνια το ΥΠΠΟ έβγαλε έναν τόμο για τα οθωμανικά μνημεία της χώρας, που δείχνει μια διαφορετική προσπάθεια διαχείρισης του ζητήματος. Ας μην ξεχνάμε πάντως ότι ένα μουσείο ισλαμικής τέχνης από τη φύση του δεν μπορεί να αποτυπώσει την πολυπλοκότητα του ισλαμικού κόσμου αλλά τις προσλαμβάνουσες που έχει η Δύση γι’ αυτόν», τονίζει ο Δημήτρης Αντωνίου.

Οσο για την πολυπληθή μουσουλμανική κοινότητα της Αθήνας, δύσκολα θα έβρισκαν ορισμένα μέλη της τον δρόμο προς το μουσείο, καθώς η πλειονότητα αντιμετωπίζει ζητήματα άμεσης επιβίωσης…