ΠΟΛΗ

Διαδρομές και εικόνες της Αθήνας του ’60

09aleksan1
09s2vital1
09syntagm1
09s2hilton1

Είναι ένα βιβλίο που διαβάζεται ξέπνοα και απολαυστικά. Σε κάνει να νιώθεις ότι είσαι ακόμα παιδί και βρίσκεσαι στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου των γονιών σου παρατηρώντας τον κόσμο, μέσα από το παραλληλόγραμμο σχήμα του παραθύρου. Αυτή ήταν κάποτε «η τηλεόραση» των μικρότερων, πριν μπει η μαγική συσκευή στα σαλόνια. Την πρόλαβα και εγώ. Και τι δεν έβλεπες εκεί: τις σκηνές της καθημερινότητας, τους ανθρώπους, την εξοχή, μα κυρίως την πόλη. Ολα live. Εικόνες εναργείς που εντυπώνονται στο μυαλό και σε ακολουθούν για πάντα, με μια φρεσκάδα και μια ζωτικότητα που δεν επηρεάζεται από το πέρασμα της ηλικίας.

Βόλτα στο παρελθόν

Οι σελίδες του «Κάποτε θα γράψω ένα βιβλίο» (Εκδόσεις Ποταμός) της δημοσιογράφου Ρέας Βιτάλη (οι πιο παλιοί τη γνωρίσαν στους «4 Τροχούς» και τον «Ταχυδρόμο», οι νεότεροι από το «Protagon») σε ταξιδεύουν γλυκά στο παρελθόν, με αυτήν την άνετη αίσθηση που είχαν οι πρώτες μεγάλες κούρσες με τα καλά αμορτισέρ που εξαφανίζουν τα τραντάγματα.

Αυτοβιογραφικό

Και μπορεί ο άξονας της διήγησης να είναι καθαρά αυτοβιογραφικός, καθώς εστιάζει στην οικογενειακή της ιστορία και στα δικά της παιδικά χρόνια, όμως η -γεννημένη το 1961- συγγραφέας κάνει μια διαδρομή από την οποία έχουμε περάσει όλοι. Διότι στρέφοντας το βλέμμα της στους ανθρώπους μιας εποχής, χρησιμοποιεί σαν καμβά την ίδια την πόλη. Είναι η Αθήνα που αλλάζει δέρμα στα τέλη της δεκαετίας του ’60 αλλά και αργότερα, είναι οι κάτοικοί της που τη βλέπουν με άλλο μάτι, είναι το αστικό περιβάλλον που μεταπλάστηκε από τα κύματα της αστυφιλίας, είναι το νέο σκηνικό των ονείρων, των ματαιώσεων, των σκιρτημάτων της Μεταπολίτευσης.

Η θέαση της Αθήνας τότε, από τη Βιτάλη, είναι εκείνη ενός παιδιού που μεγαλώνει σε ένα αστικό σπιτικό, με μαμά νοικοκυρά και πατέρα έναν αυτοδημιούργητο επιχειρηματία, τον πρώτο εισαγωγέα της φίρμας Toyota στην Ελλάδα. Εξ ου και η αίσθηση της βόλτας στο αυτοκίνητο, που, όπως ομολογεί στην «Κ», «είναι σαν να την κάναμε όλοι μαζί, σαν να έγραψα το βιβλίο αυτό μαζί με πολλούς άλλους ανθρώπους». Μακριά από κάθε ανυπόφορα γλυκερή νοσταλγική διάθεση όμως, η χρονογράφος αναπλάθει μια ολόκληρη περίοδο με αυθορμητισμό, χιούμορ και κυρίως αιχμηρή ειλικρίνεια στα πολιτικά αλλά ακόμα και στα ερωτικά ήθη: αντανακλά την κινητικότητα στην κοινωνική διαστρωμάτωση, το πώς ξεφύτρωσαν οι μύθοι της μεταπολιτευτικής Αριστεράς, πώς άλλαξε ο τρόπος ζωής, με τηλεόραση, κόκα-κόλα και φωτιστικά-μανιτάρια στις αυλές των μονοκατοικιών. Ολα αυτά, μέσα από εκθέσεις αυτοκινήτων στον Κηφισό, σουλάτσα μπροστά από το Χίλτον, αμερικάνικες αγορές στη Γλυφάδα, το πρώτο σπίτι τους στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, το οικόπεδο που πήρε ο πατέρας της στη Βουλιαγμένη, το αεροδρόμιο Ελληνικού στο οποίο κατέφθασε ο Καραμανλής από το Παρίσι το ’74. Αλλά και σε περίπτερα, κομμωτήρια, γκαρσονιέρες και θυρωρεία. Ακόμα και εμβληματικά μικροαντικείμενα έχουν τη σφραγίδα της πόλης, όπως το καφέ κουτί παπουτσιών της εταιρείας Δ. Σεβαστάκης, Πανεπιστημίου 57, που έκρυβε τις ερωτικές επιστολές των γονιών της.

Μικροϊστορία

Βέβαια, το μεγαλύτερό της ταλέντο, όπως ήδη είπαμε, είναι οι περιγραφές των ανθρώπων, της περιρρέουσας ατμόσφαιρας. «Είναι η κοντινή σε μας μικροϊστορία», λέει. «Πράγματα που ζήσαμε αλλά ίσως να τα έχουμε καταγράψει στη μνήμη μας αλλιώς, με πολλά φίλτρα. Το βασικό μου κίνητρο στη συγγραφή είναι να ταυτίζομαι με το αυθόρμητο βλέμμα των ανθρώπων και μετά να γίνομαι το στόμα τους, αυτό που θα διηγηθεί τελικά τι συνέβη.

Από μικρή ήθελα να ξυπνάω ξημερώματα, να κατεβαίνω στη σχολική στάση στις 5.30 το πρωί για να προλάβω τον μπουζουξή με την κόκκινη κάλτσα που σχόλαγε εκείνη την ώρα και την καθαρίστρια με την κάλτσα για τον φλεβίτη που έπιανε δουλειά. Μου αρέσει στη ζωή να είμαι παρούσα. Θέλω να βλέπω, όχι να κρίνω». Χωρίς αμφιβολία, το βιβλίο είναι γραμμένο με κέφι και γενναιοδωρία, με προσωπικό θάρρος και μεταβολισμένο πόνο. Και όταν το διαβάσεις, κατεβαίνεις από το αυτοκίνητο, με ανάταση και πλησμονή. Σαν να κατέβασες το παράθυρο και σε χτύπησε το αεράκι.