ΠΟΛΗ

Oι χαραμάδες της οδού Ευριπίδου

oi-charamades-tis-odoy-eyripidoy-2069288

Τα πρωινά στην οδό Πειραιώς στο ύψος της πλατείας Κουμουνδούρου, όταν η μέρα είναι καλή και τα πεζοδρόμια γεμάτα κόσμο, έχει κανείς την αίσθηση ότι βαδίζει σε μια πόλη μετέωρη. Τα παλιά σπίτια στην Πειραιώς είναι όλα σε αποστρατεία, με τις ώχρες τους ξεφτισμένες, σε ένα-δύο έχει πέσει η σκεπή προς τα μέσα. Τα μεγάλα κτίρια της ανοικοδόμησης έχουν κι αυτά κακογεράσει, υπάρχει μια ατμόσφαιρα μετάβασης, προσμονής. Θέλεις να αποδράσεις.

Κι όμως, είχα βγει από τη Δημοτική Πινακοθήκη, το παλιό Βρεφοκομείο, στην πλατεία Κουμουνδούρου, γεμάτος ωραίες εικόνες από τα αθηναϊκά έργα που εκτίθενται στις παλιές αίθουσες, που θυμίζουν σχολείο, νοσοκομείο ή ίδρυμα. Μια αιωρούμενη γεύση από τον 19ο αιώνα επιζεί ατόφια.

Εξω, όμως, με την αντηλιά της Πειραιώς να βαπτίζει όλη την πλατεία Κουμουνδούρου σε ένα λευκό φως, ανέβηκα προς τα πάνω. Αυτή η πλατεία ζητεί τη συνδρομή της φαντασίας για να την επαναφέρεις όπως ήταν και όπως πρέπει να γίνει, με το ημικύκλιο της οδού Κραναού, ξεδοντιασμένο πια, με τα παλιά κτίρια σχεδόν όλα ενταφιασμένα, όπως το ιστορικό Γυμνάσιο. Αλλά, εκεί, στη στροφή της οδού Ευριπίδου, ανάμεσα στη Σαχτούρη και την Επικούρου, τα τρία παλιά, κλειστά σπίτια σχημάτιζαν μια κομψή στεφάνη. Ολα διπλομανταλωμένα και σε προχωρημένη κατάσταση ερείπωσης, αλλά κατά ένα τρόπο σχηματίζουν ένα μέτωπο που δεν μπορείς να αγνοήσεις, παρότι ένα άχαρο, ψηλό κτίριο διακόπτει τον αισθητικό τους κόσμο.

Τα πλησίασα όπως προσεγγίζει κανείς κεκοιμημένους. Δηλαδή, με δέος και μια διαστροφική περιέργεια. Με άρπαξε η υγρή μυρωδιά της μούχλας, ένα παγερό σύννεφο ακίνητου αέρα, που έφερνε στον νου παλιά ξύλα, εφημερίδες και στρώματα. Υπολόγισα την ηλικία αυτών των σπιτιών και θεώρησα ότι θα χτίστηκαν στα χρόνια ανάμεσα στο 1905 και το 1912. Εκεί γύρω. Τότε που αστοί Αθηναίοι ζούσαν ακόμη σε αυτή τη γειτονιά, με δίπατα και τρίπατα σπίτια, ορισμένα από αυτά αρχοντόσπιτα, ένθεν και ένθεν της Πειραιώς. Κάποια από αυτά, ακόμη παλαιότερα, υπάρχουν και σήμερα, σκόρπια μέσα στη μεταπολεμική κακοφωνία, μάρτυρες της εποχής του Οθωνα και του πρώτου κεφαλαίου της αστικής ανάπτυξης.

Αλλά, εδώ στην οδό Ευριπίδου, ανάμεσα σε δύο από τα σπίτια, η καγκελόπορτα φανέρωνε από πίσω της σκαλοπάτια. Είχα ήδη δει, από το διπλανό άνοιγμα του σπιτιού στον αριθμό 85, ότι πίσω στο βάθος φαινόταν ένας μικρός κήπος όπου διέκρινα τον κορμό ενός πεύκου.

Πίσω από την καγκελόπορτα, τη διπλομανταλωμένη, οι μαρμάρινες εξωτερικές σκάλες οδηγούσαν σε μια ξύλινη εξώθυρα, χωμένη σαν σε κόγχη, σμιλεμένη σαν εικονοστάσι ανάμεσα σε ξεφτισμένους τοίχους. Ηταν σαν είσοδος σε κάστρο, με ψηλή οχύρωση, γεγονός που δημιουργούσε την αίσθηση του απόμακρου και του απόρθητου. Σοβάδες σε τριανταφυλλί χρώμα φυλλορροούσαν σαν κορνίζα γύρω από την πόρτα: ήταν μια θέα που σε έκανε να σταθείς. Πέντε λεπτά πριν είχα γυρίσει την πλάτη στην οδό Πειραιώς και ήδη είχα αποσπαστεί σε άλλον κόσμο.

Γύρισα τη γωνία προς την οδό Επικούρου και παρατήρησα το σύνολο των σπιτιών. Υπολόγισα πόσες κρεβατοκάμαρες θα είχαν αυτά τα σπίτια, διαιρεμένα σε πέντε-έξι οικογένειες, πόσα κάδρα προγόνων θα κρέμονταν εκεί και πόσα βιαστικά βήματα θα είχαν ανεβεί τα σκαλοπάτια που λαθραία είχα δει…