ΠΟΛΗ

Το εργαστήρι του γλύπτη στην οδό Μεσογείων

to-ergastiri-toy-glypti-stin-odo-mesogeion-2071433

Στη στροφή της Μεσογείων, μετά το σινεμά «Γαλαξίας», προσπαθώ να φέρω στον νου το σπίτι του Γεωργίου Μπονάνου. Δύσκολα μπορεί να συνδέσει κανείς τη νεοκλασική γλυπτική του με τη γεμάτη καυσαέρια και θόρυβο περιοχή, αλλά ήταν εκεί, στη γωνία με την οδό Σουφλίου, που λίγο πριν από το 1900 είχε χτίσει το σπίτι και το ατελιέ του.

Εκεί, σε αυτήν την άλλοτε εξοχική περιοχή, με οδήγησε μία φωτογραφία, εξόρυξη από το λεύκωμα «Γεώργιος Μπονάνος, Κεφαλλήν εποίει» (Αθήνα, 2014). Την είχα στον νου αυτήν την απόκοσμη φωτογραφία, γιατί με είχε εντυπωσιάσει το διώροφο σπίτι με την αστική του απλότητα, με τη μαρμάρινη κεφαλή της Αθηνάς ως λοφίο στη στέγη (τι να απέγινε, άραγε, αυτό το γλυπτό όταν γκρεμίστηκε το σπίτι;), με τον κήπο όπου η οικογένεια Μπονάνου, ο Γεώργιος, η Σοφία και τα πολλά παιδιά τους, περνούσαν ώρες μαζί. Σε αυτήν την αθηναϊκή εξοχή δημιουργήθηκαν μερικά από τα ωραιότερα νεοκλασικά γλυπτά (ο ανδριάντας του Βαλλιάνου στη Βιβλιοθήκη και του Μιαούλη στο Δημαρχείο της Ερμούπολης είναι έργα Μπονάνου), στην άκρη της πόλης, όταν ακόμη το τοπίο με τους ανάγλυφους ορεινούς όγκους ήταν άσπιλο.

Αυτή η χρονική επαναφορά με την παράλληλη νοερή ανασύσταση του περιβάλλοντος είναι ένα παιχνίδι του μυαλού και των αισθήσεων ιδιαίτερα ευεργετικό. Είχα πρόσφατα την ίδια αίσθηση, όταν από έναν εξώστη του Μουσείου Γιάννη Παππά (ανήκει στο Μουσείο Μπενάκη) στου Ζωγράφου ατένισα τη θέα προς τον Υμηττό. Είχα δει, προηγουμένως, την ίδια θέα, γυμνή από κτίσματα, με μαβιές τις βουνοπλαγιές, σ’ ένα λάδι από το χέρι του νεαρού Γιάννη Παππά. Και έρχεται ξανά εναργές το ιδιαίτερο εκείνο κλίμα που οδηγεί το χέρι του καλλιτέχνη και που θερμαίνεται από μια ορισμένη συγκυρία και μια ορισμένη ατμόσφαιρα.

Πάλι, σε μία έκθεση, αυτή του Θεόδωρου Ράλλη, στο Μουσείο Ισλαμικής Τέχνης, υπάρχει μία εξόχως βικτωριανή φωτογραφία του εργαστηρίου του καλλιτέχνη στο Παρίσι. Η φωτογραφία αυτή, που ανήκει στη Frick Collection της Νέας Υόρκης, αναπαριστά την προβολή ενός σύμπαντος μέσα στο εργαστήρι, που θυμίζει κοιλιά κήτους ή μια ιδανική εκδοχή της εγκυκλοπαιδικής γνώσης. Είναι ένας συμβολισμός με υλική υπόσταση.

Ετσι, λοιπόν, πίσω στη Μεσογείων, επιζούν οι φωνές των παιδιών της οικογενείας Μπονάνου, πίσω από την πεζούλα του κήπου, στη Μεσογείων. Στο χώμα και κάτω από φυλλωσιές, πλάγιαζαν συχνά τα μισοτελειωμένα γλυπτά, σαν Κούροι που ξεθάφτηκαν in situ, μόνο που αυτά τα γλυπτά του Μπονάνου έρχονταν να συναντήσουν τη ζωή χωρίς να έχουν γνωρίσει το αιώνιο σκοτάδι. Ο Μπονάνος, με το καινούργιο αυτό σπίτι, είχε αφήσει πλέον το εργαστήρι της οδού Λιοσίων κι είχε έρθει στις παρυφές της πόλης. Εκεί, είναι «εξόριστος», όπως έγραφε το 1912 ο Αλέξανδρος Φιλαδελφεύς, και η «ωραιοτάτη οικία (…) αποσπά το βλέμμα του διαβάτου». Εκεί, στη Μεσογείων, ακόμη και το 1930, ο αθηναιογράφος Δημήτριος Λαμπίκης χαρακτηρίζει το σπίτι του Μπονάνου «ερημητήριον», μία «ωραία, αστικού τύπου βιλίτσα», δυο βήματα από το εργοστάσιο του Πυρρή. Ο ωραίος κήπος έχει όλα «τα άνθη των μεσημβρινών χωρών» και τόσο το σπίτι όσο και το περιβόλι είναι γεμάτα γλυπτά, παλαιά και νέα. Είναι μια αθηναϊκή εκδοχή ενός βισκοντικού τόπου. Δίπλα, σχεδόν, στη Βίλα Μαργαρίτα, είναι όλα τώρα αχνή ανάμνηση. Η πόλη έχει άλλους στόχους, η ζωή τρέχει.