ΠΟΛΗ

Επικίνδυνες εγγραφές και στίγματα στην Αθήνα

epikindynes-eggrafes-kai-stigmata-stin-athina-2082059

Αν αντιλαμβανόμασταν τους τοίχους και τις υπόλοιπες επιφάνειες της πόλης σαν το ανθρώπινο δέρμα, θα συνειδητοποιούσαμε ότι οι επεμβάσεις στον δημόσιο χώρο μοιάζουν με τη δερματοστιξία ή, αλλιώς, το tattoo. Αν η οδική σήμανση υπηρετεί μια απαραίτητη αισθητική επιβολή για λόγους ασφάλειας και αν η όψη των κτιρίων απαιτεί ένα ελάχιστο επίπεδο συναίνεσης βάσει του οποίου εξασφαλίζεται μια συνεκτική αστική μορφή, τότε κάθε νέα εγγραφή στο σώμα της πόλης θα έπρεπε να δοκιμάζει τουλάχιστον τα όρια της ανοχής μας. Ωστόσο, οι κάτοικοι της Αθήνας έχουμε συνηθίσει να ζούμε σε μια πόλη τόσο οπτικά θορυβώδη και τόσο οδικά επικίνδυνη, που ελάχιστες νέες εγγραφές μάς κάνουν να κινητοποιούμαστε. Εχουμε συνηθίσει το θέαμα ακόμη και του δικού μας βιασμού.

Το θεμελιώδες ερώτημα που πρέπει να απαντήσουμε είναι το ποιος νομιμοποιείται ηθικά, αλλά και νομικά, να επεμβαίνει στο σώμα της πόλης, αλλάζοντας θεμελιωδώς την εικόνα και την πρόσληψη του δημόσιου χώρου, καθιστώντας τον ένα εξαιρετικά επισφαλές περιβάλλον. Αρκεί κάποιος να έχει την απαραίτητη οικονομική ή πολιτική δύναμη για να αγοράζει δημόσιο χώρο ή να κάνει χρήση βίας; Οι παράνομες διαφημιστικές πινακίδες είναι το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα: ο νόμος τις απαγορεύει, αλλά οι δήμοι έχουν βρει τρόπο να τις νομιμοποιούν.

Εκφάνσεις παρανομίας

Ο νεαρός που έρχεται αυθαίρετα και κολλάει ένα αυτοκόλλητο της ομάδας του στην πινακίδα, πόσο πιο παράνομος είναι απ’ την εμπορική επιχείρηση που προσθέτει μια παράνομη αφίσα στον στύλο του φωτεινού σηματοδότη; Αμφότεροι συνιστούν μια απειλή για την οδική ασφάλεια και όμως μπορούν ανενόχλητοι να συνεχίζουν τις εγγραφές τους. Οι πολιτικοί που τοποθετούν διαφημίσεις στα παράνομα πάνελ των στάσεων των λεωφορείων πόσο πιο ανήθικοι είναι απ’ τους ακτιβιστές που κάνουν το ίδιο; Ο Καμύ είχε πει ότι εκεί όπου όλοι είναι ένοχοι, κανείς δεν είναι ένοχος.

Τώρα που το tattoo έχει ταυτιστεί με όψεις κανονικότητας εξαιτίας της γενικευμένης μόδας, τείνουμε να ξεχνάμε τη στενή του σχέση με την παραβατικότητα. Οι φυλακισμένοι –όπως οι ναυτικοί και οι πρωτόγονοι– ως άνθρωποι που καταπιέζονται και περιορίζονται καταστατικά σ’ έναν πολύ στενό γεωγραφικό χώρο, προχωρούσαν στη δερματοστιξία για να εκφράσουν πάνω στο ίδιο τους το σώμα τα καταπιεσμένα συναισθήματά τους. Τι ονειρεύεται ο ναυτικός; Το αγκυροβόλι. Τι ονειρεύεται ο πρωτόγονος; Την ισχύ. Τι ονειρεύεται ο φυλακισμένος; Την ελευθερία του. Το tattoo για τον καταπιεσμένο είναι το κλειδί που ανοίγει την πόρτα του κελιού του, είναι το σχέδιο της –έστω εικονικής– διαφυγής του.

Η διαδικασία της εγγραφής στο σώμα είναι πάντα επώδυνη, όπως επώδυνη είναι και η παραμονή στον στενό χώρο. Ο έγκλειστος βρίσκει στο σώμα και στο κελί του τον ιδανικό καμβά. Εκεί κανείς δεν μπορεί να τον περιορίσει ή να του επιβάλει τον στενό του κανόνα. Το σώμα του μετατρέπεται σ’ ένα χώρο της ουτοπίας, όπου τίποτα δεν είναι ιερό, τίποτα δεν είναι ιδιωτικό, τίποτα δεν είναι ανελεύθερο. Ο βραχυπρόθεσμος πόνος υπόσχεται μια μακροπρόθεσμη ευχαρίστηση. Οσο τοξικό κι αν είναι το μελάνι, όσο μόνιμο κι αν είναι, δεν τρομάζει. Αυτό που έχει σημασία είναι η εικόνα και η βίαιη απόσπαση της προσοχής του βλέμματος των άλλων.

Πομπός μηνυμάτων

Το tattoo γίνεται αναπόσπαστο μέρος της ταυτότητας του φορέα του, εκπέμπει μηνύματα στον κόσμο, προπαγανδίζει ιδέες, αισθήματα. Είναι ένα αναγνωριστικό σημάδι που συμβάλλει στην αυτοέκφραση και ικανοποιεί τον ναρκισσισμό. Ο φορέας του tattoo είναι ένας ελεύθερος καβαλάρης που διαδηλώνει ανοιχτά την αντίθεσή του στους κανόνες. Συχνά, θέλει να έλξει το ενδιαφέρον των άλλων, να τους γοητεύσει, να τους ερεθίσει, ενώ υπάρχουν και φορές που θέλει να τους σοκάρει, να δοκιμάσει τις αντοχές τους. Οπως ο φυλακισμένος γράφει στους τοίχους του κελιού του, έτσι και ο σύγχρονος κάτοικος της μητρόπολης επεμβαίνει αυθαίρετα στην πόλη, αφήνοντας το δικό του εφήμερο ή μόνιμο σημάδι, μουντζουρώνει, δημιουργεί έργα τέχνης, τοποθετεί διαφημιστικές πινακίδες, αφίσες, κατασκευές, άλλοτε ρυπαίνει και βανδαλίζει, απαξιώνοντας κάθε έννοια συναίνεσης, κι άλλοτε ομορφαίνει μια υποβαθμισμένη γειτονιά, μοιράζοντας μια υπόσχεση ομορφιάς. Ως αποκλεισμένος απ’ το ίδιο του το σώμα, αδιαφορεί για την τρέχουσα αισθητική προτείνοντας τη δική του αισθητική κι εκφράζεται ελεύθερα με άξονα τον εαυτό του.

Στην πραγματικότητα, οι τοίχοι και οι δημόσιοι χώροι των ελληνικών πόλεων αφηγούνται συμπυκνωμένα τα αδιέξοδά μας, τις ασυμφωνίες μας, την αδυναμία μας να συνάψουμε και να εφαρμόσουμε τους κανόνες ενός κοινωνικού συμβολαίου που θα σέβονται οι πάντες χωρίς αστερίσκους. Δεν είναι διόλου απορίας άξιο που τα tattoo έγιναν μεγάλη μόδα στη χώρα. Η κατάσταση του ελεύθερου σκοπευτή συνάδει με μορφές έκφρασης που δεν επιδέχονται περιορισμό. Η παράβαση έχει γίνει κανόνας, κι έτσι τώρα μπορούμε να μιλάμε για έναν ιό. Η στίξη έχει γίνει ιοβόλος και προσβάλλει το σώμα χωρίς τη συναίνεση του φορέα. Η στίξη είναι τώρα η ίδια μια ασθένεια.

Η αντίδραση

Οταν δημιουργούνται περίκλειστες κλειστές δομές που αποκλείουν απ’ τα στενά τους όρια όλο και περισσότερους πολίτες σε στενόχωρους χώρους, φυλακίζοντάς τους σε εικονικά κελιά, η αντίδραση θα είναι σπασμωδική και σίγουρα παραβατική. Πώς να εμπνεύσεις σεβασμό του δημόσιου χώρου ή και των μνημείων σ’ έναν άνθρωπο που νιώθει φυλακισμένος; Οταν υπάρχει επιλεκτική εφαρμογή του νόμου κανείς δεν θα τον σεβαστεί. Μ’ αυτό το άλλοθι προστίθενται διαρκώς νέες αυθαίρετες επεμβάσεις στο σώμα της πόλης. Το καθεστώς θα μπορούσε να ονομάζεται «αστικός δαρβινισμός»: ο δυνατότερος τσαμπουκάς κερδίζει, αφού ο νόμος, που υποτίθεται ότι θα προστάτευε τον πιο αδύναμο, έχει από καιρού καταλυθεί.

Ακόμη κι αν δεν είναι έγκλειστος σε κανονική φυλακή, ο άνθρωπος που νιώθει εγκλωβισμένος σ’ ένα ασαφές ή ανεφάρμοστο πλαίσιο κανόνων, θα αντιδρά πάντα σαν να προσπαθεί να αποδράσει. Θα οικειοποιείται με κάθε μέσο τον δημόσιο χώρο, γιατί θα τον αντιλαμβάνεται στρεβλά ως μια αυθαίρετη φυλακή, και θα αδιαφορεί για την ασφάλεια. Αλλοι για να περάσουν τον ατέλειωτο χρόνο της φυλακής γράφουν στους τοίχους και στο δέρμα τους, άλλοι εμπορεύονται παράνομα αγαθά, άλλοι παράγουν έργα τέχνης, άλλοι διαβάζουν για να μορφωθούν και άλλοι φροντίζουν να δείξουν καλή διαγωγή για να βγουν το συντομότερο δυνατό. Σε κάθε περίπτωση, τα όρια της φυλακής του καθενός συχνά δείχνουν να προσεγγίζουν και τα όρια της αντίληψής του. Το αίτημα εδώ είναι πώς θα τα διευρύνουμε.

* O κ. Mανώλης Ανδριωτάκης είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας και το κείμενο ήταν κορμός ομιλίας του στις 22/04/2015 στο πλαίσιο σειράς διαλέξεων της αρχιτεκτονικής εταιρείας CFCompany.