ΠΟΛΗ

Οι ξεχασμένες ακουαρέλες της οδού Χαλκοκονδύλη

oi-xechasmenes-akoyareles-tis-odoy-chalkokondyli-2083075

Η οδός Χαλκοκονδύλη,  από την πλατεία Λαυρίου ώς την Πατησίων, έχει ομοιομορφία με τα ψηλά κτίρια της δεκαετίας του 1950, ως επί το πλείστον. Είναι όλα κακοσυντηρημένα, αλλά αν τα φρόντιζε κάποιος θα είχε καθαρά μέτωπα μεταπολεμικού ιταλικού ρασιοναλισμού. Ολα κτίρια γραφείων ή ξενοδοχεία.

Οταν τις προάλλες στάθηκα στο φανάρι της Πατησίων με τη Χαλκοκονδύλη, μπόρεσα, στα δύο λεπτά που περίμενα, να ξεδιπλώσω την ιστορία ενός σπιτιού. Ηταν σαν να το έβλεπα μπροστά μου, παρότι είχε γκρεμιστεί πριν γεννηθώ. Δεν υπήρχε, δηλαδή, το βίωμα της παρατήρησης παρά μόνο η αυτονομία του συνειρμού που πιανόταν από εικόνες και διηγήσεις. Εμοιαζε με το αίσθημα της οικειότητας που γεννά μια μορφή σε παλιά φωτογραφία.

Η οικία Σαριπόλου, στη γωνία της Πατησίων με τη Χαλκοκονδύλη (η δεύτερη γωνία αριστερά πηγαίνοντας προς Πατήσια), ήταν ένα από τα παράξενα σπίτια της Αθήνας. Εμεινε στην ιστορία της πόλης, με καταχωνιασμένο πια το ίχνος της, σχεδόν εξαϋλωμένο, όχι μόνο γιατί ήταν ένα από τα λίγα νεογοτθικά σπίτια, αλλά γιατί συνδέθηκε με την ιστορία της ευγενούς οικογενείας του νομικού Ιωάννη Σαρίπολου (1817-1887).

Δύσκολο να φανταστεί κανείς σήμερα ότι σε αυτό το σημείο, γεμάτο καυσαέρια και κακοφωνία, υπήρξε αυτός ο θύλακας αστικής ζωής με προσήλωση στις επιστήμες και στις τέχνες. Το σπίτι έφυγε από την ιδιοκτησία της οικογενείας το 1908, άλλαξε χέρια και εν τέλει το 1956 κατεδαφίστηκε.

Αν υπάρχει κάτι ιδιαίτερο, πέραν όλων αυτών των ήδη εξαιρετικών, είναι η ρομαντική μορφή μιας εκ των θυγατέρων του Σαρίπολου, της Αθηνάς. Ο Σαρίπολος είχε εννιά παιδιά. Η Αθηνά, γεννημένη το 1855, αγάπησε το σπίτι και, μέσα από τον κοριτσίστικο στοχασμό του 19ου αιώνα, ζωγράφισε κάθε γωνιά του σπιτιού και μας άφησε τις ωραίες υδατογραφίες της.

Η ιστορία είναι λίγο πολύ γνωστή. Υπάρχει και το λεύκωμα «Αθηνά Σαριπόλου-Λίβα. Μια Αθηναία ζωγράφος του 19ου αιώνα» (εκδ. Μπάστας – Πλέσσας, 1995), όπως και το μεγάλου μεγέθους (σπάνιο πια) της Δέσποινας Αλάτση (1979). Υπάρχει, βεβαίως, η αρθρογραφία της μοναδικής Εβης Τουλούπα (στα «Νέα», με δύο επιφυλλίδες το 1992 και 1993) και η όλη φροντίδα της στο τόσο ιδιαίτερο αυτό θέμα της Αθήνας.

Μένει κάτι να αιωρείται αναπάντητο. Ολες αυτές οι ιστορίες που υποχωρούν, οι άνθρωποι που φεύγουν, τα κτίρια που σκεπάζουν τα παλαιότερα και καταχώνουν τις σκιές τους, τα έργα που διαλύονται και τα υπάρχοντα που σκορπίζουν, φθίνουν και μυστηριωδώς χάνονται, όλη αυτή η υλική και άυλη περιουσία της πόλης και η δική μας ανάγκη να έχουμε στίγμα, σημείο αναφοράς και ρίζα καταγωγής, πώς περισώζεται, πώς αφήνει ένα ίχνος και πώς μιλάει γι’ αυτό που κάποτε είχε αξία;

Στη γωνία Πατησίων και Χαλκοκονδύλη, υπάρχει το αποτύπωμα αυτής της πολύ παλιάς ιστορίας. Εχει μείνει ως ατμός, ορατός σε όσους γνωρίζουν, και με την πάροδο των χρόνων όλο και λιγότεροι θα έχουν αίσθηση ή ανάγκη από αυτές τις διηγήσεις. Στο φανάρι, επιστρέφω στο σήμερα και προσπερνάω το ήδη γερασμένο κτίριο που χτίστηκε στη θέση της οικίας Σαριπόλου. Είναι ψηλό, πάνω από οκτώ ορόφους, υψωμένο πάνω από τη ρομαντική ταράτσα και τους κήπους όπου πριν από 130 χρόνια, η Αθηνά, ως νέα Ατθίς, ζωγράφιζε το αγαπημένο της σπίτι. Ξεχασμένες ιστορίες ανθρώπων της Αθήνας.