ΠΟΛΗ

H αστική ποικιλομορφία, πλούτος της Αθήνας

portes1
portes2
portes3

Η δυναμική των κοινωνικών δικτύων έχει ωφελήσει την Αθήνα. Δεκάδες φωτογράφοι έχουν πυκνώσει την αθηναιολατρική κουλτούρα και μαζί με αυτό το ανθρώπινο σμήνος επιπλέουν και νέες όψεις της πόλης, καινούργιοι τρόποι να δεις, να πεις, να νιώσεις. Είναι αυτό που ζούμε, μία δίνη εξόρυξης, ναρκισσισμού και πολυγλωσσίας.

Και είναι αυτή η ανάγκη να κατακτήσεις το οικείο και να το καταστήσεις καινοφανές, και ενδεχομένως αξιοπερίεργο ή ακόμη και αξιέραστο, που έρχεται να επενδυθεί στην πόλη με μία διάθεση ρήξης και σύνθεσης ταυτόχρονα. Ολες οι αθηναιοκεντρικές πρωτοβουλίες συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι η Αθήνα αξίζει κάτι καλύτερο. Και η διαπίστωση αυτή δεν είναι απαραίτητο να δώσει κάτι σπανιότερο από το προφανές: η αρχιτεκτονική ποικιλία στην Αθήνα είναι τέτοια που αποτελεί ύβρη ο αυτοοικτιρμός και η αποδοχή της γενικευμένης πεποίθησης ότι η Αθήνα έχει χάσει το τρένο. Η ποικιλία που παρουσιάζει, π.χ., η πρωτεύουσα στις εξώθυρες γίνεται ένα μοντέλο για να δει κανείς τις δυνατότητες της πόλης στη διεύρυνση της ταυτότητάς της.

Καθώς η Αθήνα έχει χάσει δυστυχώς το μεγαλύτερο κομμάτι της ιδιωτικής αρχιτεκτονικής του 19ου αιώνα, απομένει ο 20ός να σηκώσει το βάρος για την ιστορική ταυτότητα της πόλης. Και είναι συναρπαστικό, ιδίως τώρα καθώς σκάβουμε μέσα στη σήραγγα του 21ου αιώνα, να βλέπουμε τη στυλιστική παλέτα της Αθήνας, που, δυνητικά, μπορεί να καταστεί μέγα πλεονέκτημα στη διεθνή προβολή της. Αναρωτιέμαι πόσοι ξένοι επισκέπτες (για να μην πω για μόνιμους κατοίκους της πόλης) γνωρίζουν ότι στην Αθήνα μπορούν να δουν εξαιρετικά ενδιαφέροντα δείγματα αστικής αρχιτεκτονικής από το 1900, το 1920, το 1930, το 1950, το 1960… Είναι ένας πλούτος. Αυτό είναι η Αθήνα και με αυτό το υλικό οφείλει να δώσει το μέγιστο που μπορεί.

Παλαιότερα έβλεπα την τουριστική προβολή πόλεων όπως το Δουβλίνο, το Πόρτο ή την Πράγα με τις αφίσες τους γεμάτες από πόρτες στην πιο ευφάνταστη και πολύχρωμη εκδοχή τους. Και σκεφτόμουν γιατί δεν μπορεί και η Αθήνα να διευρύνει και να εμπλουτίσει την εξωστρεφή εικόνα της και να απευθυνθεί και σε άλλες ομάδες κοινού; Κυρίως, όμως, να περάσει την άποψη ότι η ελληνική πρωτεύουσα είναι μία δυναμική πόλη της νεότερης ευρωπαϊκής ιστορίας.

Ενα από τα επιβλαβή επακόλουθα της κρίσης των τελευταίων ετών είναι η παθητική αντίληψη ότι η Αθήνα είναι πόλη της τυχαιότητας, των εκμεταλλευτών γης και όσων σκυλεύτηκαν την ιστορική της μνήμη και δέσμευσαν τον πλούτο της. Η αντίληψη αυτή ενισχύεται από την επίσης αποδεκτή άποψη ότι η αστική τάξη ήταν ανύπαρκτη ή εξαιρετικά ισχνή και ότι η πόλη θα ήταν διαφορετική αν δεν υπήρχαν «εργολάβοι».

Κατ’ επέκτασιν, όλοι αυτοί οι λαϊκοί μύθοι, που αντλούν από μία βάση αληθείας αλλά τη μεγεθύνουν διαστρεβλώνοντάς την, τροφοδοτούνται από βαθιά συντηρητικά στερεότυπα. Και αυτά τα στερεότυπα αντιπαθούν την καινοτομία και την ποικιλία του αστικού πολιτισμού.

Αρκεί να διαβάσει κανείς το αστικό περιβάλλον για να δει ότι στις κεντρικές και παλαιότερες συνοικίες της πρωτεύουσας, και παρά τη γενική παρακμή, η Αθήνα εκπέμπει σήματα μιας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας πόλης. Το ενδιαφέρον συμπυκνώνεται στην ποικιλία, τα ρεύματα και τις αντιφάσεις, που έδωσαν στη διάρκεια των τελευταίων 150 ετών τις πολλαπλές εκδοχές της «αθηναϊκότητας». Τόσο η αυτοσυνειδησία της πρωτεύουσας όσο και η τουριστική προβολή της πρέπει να θεωρεί πλούτο όλα αυτά τα στάδια της αστικής εξέλιξης.

Περιμένω να δω αφίσες που να διαφημίζουν την Αθήνα μέσα από την αισθητική παλέτα που βλέπει κανείς στις αναρίθμητες ξύλινες και σιδερένιες εξώθυρες σπιτιών και πολυκατοικιών. Αλλά και μέσα από τη μοναδικότητά της ως πρωτεύουσας ενός μεσογειακού Bauhaus και μιας ελληνικής εκδοχής της αρ ντεκό. Οπως και μέσα από την ανάδειξη ενός γνήσιου στυλ του ’50 και του ’60 που ακόμη και αυτό μπορεί να καταστήσει την ελληνική πρωτεύουσα μία μοναδική περίπτωση στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Λίγα πράγματα έχουμε φανταστεί για τις δυνατότητες της Αθήνας.