ΠΟΛΗ

Από πίστα, θεατρικό σανίδι, το «Ρεξ» αλλάζει ζωή

rex2
rexz

Τα συνεργεία του Εθνικού Θεάτρου, που εργάζονται πυρετωδώς αυτές τις ημέρες στο «Ρεξ», ίσως να μη γνωρίζουν πως η ζωγραφική σύνθεση στην οροφή έχει την υπογραφή του Γιάννη Τσαρούχη. Η οροφογραφία απεικονίζει άλλους τεχνίτες οι οποίοι εργάστηκαν εκεί στα τέλη της δεκαετίας του ’80 προκειμένου η καμένη αίθουσα να μεταμορφωθεί σε μιούζικ χολ. Στην πορεία βέβαια, το ιστορικό κτίριο γνώρισε όλα τα τερτίπια της πίστας.

Οσα θυμίζουν την προηγούμενη χρήση του χώρου αλλάζουν. Αλλωστε σε λίγες ημέρες η επιβλητική αίθουσα που σχεδίασαν, όπως και όλο το κτίριο, οι διακεκριμένοι αρχιτέκτονες της Ecole des Beaux Arts του Παρισιού Βασίλειος Κασσάνδρας και Λεωνίδας Μπόνης θα λειτουργήσει για πρώτη φορά ως σκηνή του Εθνικού Θεάτρου. Ο ισόγειος χώρος θα ονομαστεί «Νέο Ρεξ», σε μια προσπάθεια να ξεκαθαρίσει μια και καλή από το μουσικό παρελθόν του. Και δεν είναι τυχαίο ότι εγκαινιάζει τη νέα χρήση με το τελευταίο θεατρικό έργο «Mάγκντα Γκαίμπλες» του Γιώργου Βέλτσου που σκηνοθετεί η Αντζελα Μπρούσκου (11/11).

Οι ειδικοί πηγαινοέρχονται και ελέγχουν όλους τους μηχανισμούς της σκηνής ώστε να μπορεί να ξεκινήσει η λειτουργία του χώρου. Η κλίση της κλασικής ιταλικής σκηνής, που εξαφανίστηκε από την τοποθέτηση των αλλεπάλληλων πατωμάτων για τις ανάγκες της λειτουργίας του νυχτερινού κέντρου, δεν μπορεί προς το παρόν να διορθωθεί. Το γκριζόμαυρο χρώμα θα παραμείνει στην αίθουσα ενώ φέτος θα λειτουργήσει μόνο ο ένας από τους δύο εξώστες. Το «Νέο Ρεξ» θα μπορεί να δεχθεί 300 με 350 θεατές προς το παρόν.

«Αναζητούμε τον χαρακτήρα κάθε σκηνής, κάτι που διαμορφώνεται από το ρεπερτόριο. Το ζητούμενο δεν είναι να δημιουργήσουμε μεγάλους χώρους αλλά μια ζεστή ατμόσφαιρα που απαιτείται για την εναρκτήρια παράσταση καθώς και γι’ αυτές που θα ακολουθήσουν με σκηνοθέτες τη Ρούλα Πατεράκη και έπειτα τον Νίκο Μαστοράκη», λέει στην «Κ» η γνωστή σκηνογράφος Ελένη Μανωλοπούλου (συνεργάτις του Στάθη Λιβαθινού) η οποία έχει αναλάβει την επίβλεψη της ανακαίνισης. Προς το παρόν το ισόγειο, εκεί όπου γαλουχήθηκε όλη η lifestyle αισθητική του ελληνικού τραγουδιού, μοιάζει με γιαπί. Κι όσο κι αν η αίθουσα παραμορφώθηκε σε πολλές γωνιές της από την προηγούμενη χρήση, τίποτα δεν μπορεί να κρύψει τα αρ ντεκό στοιχεία, ακόμη κι εκείνα από την αιγυπτιακή έως και την αφρικανική τέχνη, τα βιτρό που θυμίζουν ρωσική σχολή, τα φουτουριστικά πρότυπα, τα εντυπωσιακά μωσαϊκά.

Η ανέγερση του κτιρίου στα μέσα της δεκαετία του ’30 τόνωσε το εθνικό αίσθημα. «Οικοδομικό μεγαλούργημα» το χαρακτήριζαν τότε κάποιοι και άλλοι «κολοσσό», τον ελληνικό «ουρανοξύστη». Οχι γιατί ήταν από τα ψηλότερα κτίρια της πόλης, αλλά κυρίως επειδή παρέπεμπε με το σχήμα του στα επιβλητικά οικοδομήματα της Νέας Υόρκης. Επιπλέον, ήταν και ο φωτισμός του κτιρίου με νέον σε λευκό χρώμα.

Το Σικιαρίδειο Μέγαρο Θεαμάτων, που αγαπήθηκε ως «Ρεξ», ήταν το καμάρι μετά τη νεοκλασική τριλογία: Ακαδημία, Πανεπιστήμιο Αθηνών, Βιβλιοθήκη. Στην οδό Πανεπιστημίου, μια ανάσα από τη λαϊκή Ομόνοια, συγκεντρώνονταν όλες οι υπερσύγχρονες τεχνολογικές εγκαταστάσεις, τα τελευταία μονωτικά υλικά, ένα πλήρες σύστημα κλιματισμού, άνετα καθίσματα, κρυφός φωτισμός. Στο ισόγειο η κινηματογραφική αίθουσα, στο υπόγειο το «Σινεάκ» και στον όροφο το θέατρο «Κοτοπούλη». Κι έτσι έφτασε ώς τις αρχές της δεκαετίας του ’80, όταν δοκιμάστηκε από την πυρκαγιά που ξέσπασε στα σωθικά του κτιρίου. Επειτα κηρύχθηκε διατηρητέο, περιήλθε στο υπουργείο Πολιτισμού, αργότερα στο Εθνικό Θέατρο, αφού προηγουμένως η αίθουσα του «Ρεξ» μεταμορφώθηκε σε πίστα.

Στόχος του Εθνικού Θεάτρου είναι να αποκτήσει το κτίριο ένα ενιαίο χαρακτήρα. Οι αλλαγές που πραγματοποιούνται στο ισόγειο δεν θα είναι εντυπωσιακές. Πώς θα μπορούσαν άλλωστε σε μια εποχή δύσκολη οικονομικά για όλους; Τα βήματα θα είναι συγκρατημένα και σεμνά. Τα απολύτως αναγκαία προκειμένου να λειτουργήσει ο χώρος.

Η λειτουργία όλων των χώρων του κτιρίου από το Εθνικό Θέατρο –Πειραματική Σκηνή στο υπόγειο1 όπως θα λέγεται, με τους δύο νέους δημιουργούς στο τιμόνι (Ανέστης Αζάς και Πρόδρομος Τσινικόρης), το «Νέο Ρεξ» στο ισόγειο και η σκηνή «Κοτοπούλη» στον όροφο– δημιουργεί προσδοκίες και για το «ζωντάνεμα» της οδού Πανεπιστημίου. Δίνει ελπίδες για την αναβάθμιση μιας ιστορικής περιοχής που ζει τη δική της παραίτηση τα τελευταία χρόνια.