ΠΟΛΗ

Η αφανής Αθήνα του Βρετανού πρέσβη

i-afanis-athina-toy-vretanoy-presvi-2114018

Τ​​α ελληνικά του Τζον Κίτμερ (John Kittmer) συγκινούν. Οχι μόνο για τον σεβασμό που δείχνει επιλέγοντας να μιλήσει σε αυτήν τη δύσκολη γλώσσα, αλλά και για τον πλούτο των λέξεων. Σπάνια ακούει κανείς τόσο όμορφα ελληνικά, σε όλο το ιστορικό βάθος της γλώσσας. Τα άκουσα από τον ίδιον τον Βρετανό πρέσβη στην ομιλία που έδωσε πρόσφατα με τον ελκυστικό τίτλο «Η δική μου Αθήνα: ένα ταξίδι 30 χρόνων», στη σειρά αθηναϊκών διαλέξεων που οργανώνει η αρχιτεκτονική εταιρεία CFCOMPANY. Το θέμα, όμως, δεν ήταν τα εξαιρετικά ελληνικά του κυρίου πρέσβη, αλλά το περιεχόμενο της ομιλίας του, που την καθιστά ιστορική και την εντάσσει στη μακρά παράδοση προσεγγίσεων προς την ελληνική πρωτεύουσα.

Με «σεβασμό και ταπεινοφροσύνη» μίλησε ο Τζον Κίτμερ στους Αθηναίους για την πόλη τους. Είναι όμως και δική του πόλη, όχι μόνο γιατί ζει εδώ λόγω καθηκόντων, αλλά και γιατί έχει επενδύσει τόση σκέψη και τόσο αίσθημα στην πόλη, που αυτές και μόνον οι ποιότητες του προσδίδουν δικαιωματικά τον τίτλο του Αθηναίου. Είναι μία βιωμένη σχέση από τα παιδικά και εφηβικά του χρόνια στο Γιόρκσαϊρ, όταν από 14 ετών άρχισε να μαθαίνει αρχαία ελληνικά. Ο πατέρας του, χημικός μηχανικός, ταξίδευε για τη δουλειά του σε όλον τον κόσμο, και στη διάρκεια της δεκαετίας του ‘70 ερχόταν κάθε χρόνο στην Ελλάδα. «Μετρούσαμε τον χρόνο με τις κάρτες που μας έστελνε», και τα ελληνικά γραμματόσημα εκείνης της εποχής ήταν ένα πρώτο μάθημα μύησης στην κουλτούρα της «μακρινής χώρας».

Αλλά, ο Τζον Κίτμερ έχει έκτοτε εμβαθύνει τόσο πολύ στη μυστική, αφανή, υπαινικτική και αναπάντεχη εκδοχή της Αθήνας, που, σταδιακά, έχει επενδύσει σε μία διαρκή σχέση με όλα τα προφανή στάδια της παλινδρόμησης και του αιφνιδιασμού. Αυτό που ξετύλιξε ο Τζον Κίτμερ ως προσωπικό απόθεμα από την πολυετή εντρύφησή του στην πόλη των Αθηνών μπορεί να ερμηνευτεί μόνο μέσα από ένα πυκνό πλέγμα αναφορών, βιωμάτων, πολυμάθειας και ενσυναίσθησης. Εντυπωσιάζει η ακτινογράφηση της ελληνικής κουλτούρας και η σχεδόν τρυφερή, γεμάτη κατανόηση, παραδοχή των (πολλών) αρνητικών του «συστήματος». Από την απεργία των φυλάκων, που του στέρησε την επίσκεψη στην Ακρόπολη την πρώτη φορά που ήρθε στην Αθήνα, ώς τα τερατώδη κυβερνητικά κτίρια ή τους δαιδάλους της παράλογης γραφειοκρατίας. Δίδαξε ο Τζον Κίτμερ, στη διάρκεια της ομιλίας του, την ικανότητα που δίνει η σοφία και η πραότητα, στη διάκριση του σημαντικού από το ευτελές, του αιώνιου από το εφήμερο.

«Το ταξίδι δεν έχει τέλος», είπε όταν αναφέρθηκε στη μελλοντική σχέση του με την Αθήνα (τα πρεσβευτικά του καθήκοντα ολοκληρώνονται σε 13 μήνες), έχοντας πρώτα μιλήσει για την Αθήνα της Ιστορίας, των Αισθήσεων και των Θεσμών. Ηταν μία κυκλωτική εξακτίνωση σε αρχαία και σύγχρονα μονοπάτια που εξέβαλε διαρκώς στη σύνθετη ανάγνωση της Αθήνας. Ηταν ιδιαίτερα συγκινητικές οι αναφορές του στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού, με την αιώνια γαλήνη του, τα αγριολούλουδα την άνοιξη, τις λιβελούλες, την Ιερά Οδό, το Δίπυλο, αλλά και την αρχαία κοίτη του Ηριδανού, που, καθώς πηγάζει από τον Λυκαβηττό, περνάει κάτω από τον κήπο της βρετανικής πρεσβευτικής κατοικίας στο Κολωνάκι. Εκεί, όπου οι γλυσίνες, τα εσπεριδοειδή και τα γιασεμιά δημιουργούν έναν βοτανικό παράδεισο. Ιδιαίτερη ήταν η αναφορά στον ναό του Αγίου Διονυσίου στη Σκουφά και στις αγιογραφίες του Σπύρου Βασιλείου, κομμάτι και αυτός της «δικής του Αθήνας». Ο Τζον Κίτμερ μίλησε ακόμη και για τη γλώσσα του σώματος, τα εξεταστικά βλέμματα, τους καύσωνες που δεν τον ενοχλούν, αναφερόμενος και στο ποίημα του Εμπειρίκου «Οδός Φιλελλήνων», που μιλάει για τα κυνικά καύματα. Ηταν ένα μάθημα κατανόησης της πόλης, μία πορεία πνευματικής ενηλικίωσης.