ΠΟΛΗ

Οι πήλινες θεότητες της πόλης

oi-pilines-theotites-tis-polis-2116512

Οι παλιές φωτογραφίες της Αθήνας, οι οποίες αναπαράγονται και κυκλοφορούν πλέον κατά κόρον στο Διαδίκτυο, δεν υπηρετούν μόνο την ανάγκη της νοσταλγίας. Είναι ερέθισμα για την αισθητική ανάταξη της Αθήνας. Ο,τι μπορεί να αντληθεί από την παλαιά μορφή της πόλεως, που να μπορεί να συνεργαστεί με όσα μελλοντικά μπορούν να γεννηθούν ως πρωτότυπα και νεωτερικά έργα, είναι υλικό για το μέλλον. Οχι για το παρελθόν.

Εχει αποδέκτες η άποψη ότι η αισθητική είναι πολυτέλεια ή ό,τι είναι υποκειμενική συνθήκη ή ακόμη ότι μια πόλη οφείλει πρώτα να είναι λειτουργική και μετά όμορφη. Υποτιμώντας έτσι τη λειτουργική αξία του κάλλους, η πόλη εκπίπτει, και από σύνολο σύνθετο, πολυκεντρικό, ιερό και πραγματιστικό, αποθετήριο μνήμης και πάνθεον φαντασιώσεων, κυλάει προς μια συνθήκη στενή, ασφυκτική και εν τέλει απωθητική.

Η αφηγηματική ικανότητα της Αθήνας είναι τεράστια. Και ο νεοκλασικισμός, σε όλες τις εκδοχές του, από την ακαδημαϊκή και την επίσημη ώς την πηγαία και λαϊκή, συνέβαλε σε αυτή την υπαινικτική νοηματοδότηση της πόλης. Οι πόλεις είναι (και) πομποί αισθήσεων και η Αθήνα είχε και διατηρεί ακόμη εντυπωσιακή συνειρμική δύναμη.

Αυτή η μυθική διάσταση υπηρετήθηκε κατά ένα τρόπο εξόχως παραστατικό από τα πήλινα, κατά κανόνα, αγάλματα θεών, ημιθέων και ηρώων που στεφάνωναν τα αθηναϊκά κτίρια. Είχαν μια λειτουργία – να προσδώσουν τη διάσταση του «ιερού», και είχαν και ένα κέλευσμα – να προκαλέσουν το βλέμμα ψηλά. Τα περισσότερα από τα αγάλματα που κοσμούσαν αθηναϊκά κτίρια, επίσημα ή ανώνυμα, έχουν καταπέσει είτε λόγω κατεδαφίσεως είτε λόγω ετοιμορροπίας. Εύκολα έρχονται στον νου τα αντίγραφα που τοποθετήθηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο, αλλά δεν μπορεί πλέον κανείς να δει τα αγάλματα που υπήρχαν στη στέψη του Εθνικού Θεάτρου, της οικίας Σλήμαν (Ιλίου Μέλαθρον), του Γερμανικού Αρχαιολογικού Ινστιτούτου, αλλά και σε μεγάλο αριθμό ιδιωτικών οικιών, αστικών ή λαϊκών. Στην οδό Βραΐλα, κάθετος στη λεωφόρο Αλεξάνδρας, επιζεί το μονώροφο σπίτι με τους πήλινους θεούς, που στην εποχή του είχε πολλούς κλώνους. Ο Στέλιος Σκοπελίτης είχε φωτογραφήσει το χαμένο για πάντα, στολισμένο με ζεύγος θεοτήτων, σπίτι της οδού Διδύμου, γωνία με Αχαρνών, και θυμάμαι έντονα το σπίτι με τα πήλινα αγάλματα στην οδό Ασημάκη Φωτήλα κοντά στο Μουσείο, τα οποία, παιδιά ακόμη, φωτίζαμε στο φως της νύχτας με τους φακούς μας από το απέναντι ρετιρέ.

Αυτή η θεατρικότητα είναι δομικό στοιχείο της ίδιας της ιδέας της πόλης. Τι να απέγιναν άραγε τα τέσσερα αγάλματα στη στέγη του κατεδαφισμένου Δημοτικού Θεάτρου στην πλατεία Κοτζιά και ποια θα ήταν η τύχη των δύο αγαλμάτων του Μεγάρου Σταθάτου (Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης) αν το σπίτι αυτό γκρεμιζόταν επί δικτατορίας όπως είχε τότε αιτηθεί; Το αρχοντικό Βασιλίσσης Σοφίας 23 είχε και αυτό δύο αγάλματα που τα ζωγράφισε ο Τσαρούχης, αλλά είτε καταστράφηκαν είτε πουλήθηκαν. Στοιβάζονταν σε μάντρες ή σε ανοιχτά ημιφορτηγά οι αποκαθηλωμένες μορφές την εποχή των μαζικών κατεδαφίσεων: Ατθίδες, Ηρακλείς, Ερωτες, Καρυάτιδες, Σφίγγες, Λέοντες και Γρύπες, Απόλλωνες, Μούσες και άλλες θηλυκές μορφές, όπως η Εστία, η Ηρα, η Υγεία ή η Αρτεμις και η Αθηνά, περνούσαν σε μια περιοχή αφανή και άχρονη. Είναι αισθητικοί κύκλοι, αλλά η Αθήνα χρειάζεται τολμηρές ενέσεις ομορφιάς.