ΠΟΛΗ

Κύκλοι ζωής και θανάτου στην οδό Πόρου

kukloi1

Ε​​νας από τους πιο συμπαθείς δρόμους της Κυψέλης είναι η οδός Πόρου ανάμεσα στη Δροσοπούλου και την Αγίας Ζώνης. Και είναι ένας δρόμος που έχει υμνηθεί από τους σύγχρονους φωτογράφους και περιπατητές της Αθήνας, γιατί εκεί αισθάνονται την κλίμακα της αθηναϊκής συνοικίας και εκείνο το ειδικό, όσο και απροσδιόριστο, άυλο βάρος της ταπεινότητας, της χάρης, της κοσμιότητας και της εσωτερικευμένης γαλήνης.

Με αυτόν τον τρόπο, η μικρή οδός Πόρου ανελκύστηκε στον αφρό της νέας αθηναϊκής ζωής. Στην ήρεμη οδό Πόρου, και παρά τις πρόσφατες άχαρες πολυκατοικίες, αισθάνομαι συχνά ότι εκεί επιζεί μια εικόνα αθηναϊκής ζωής, πολύ βαθιά καταχωρισμένης στη μνήμη. Είναι τα μικρά μονώροφα ή διώροφα σπίτια με επίπεδη στέγη, ενός απλοποιημένου τύπου, της περιόδου 1930-1955. Ολα χτισμένα σε μικρά οικόπεδα με αυλή ή κήπο μπροστά, συχνά με χιώτικο γιασεμί ή ένα οπωροφόρο, με πολύ απλούς χώρους μέσα, δύο τρία δωμάτια μπροστά για σαλόνι και μικρή τραπεζαρία, και συνήθως δύο μικρές κρεβατοκάμαρες, ένα λουτρό και μία κουζίνα. Ηταν ο πυρήνας μιας απλής αθηναϊκής ζωής.

Τις προάλλες που είχα βρεθεί εκεί κοντά περπάτησα την οδό Πόρου ώς τη γωνία με την οδό Λέσβου γιατί μου είχε τραβήξει την προσοχή ένα σπίτι. Οι περίοικοι θα το γνωρίζουν ως ένα επικίνδυνο ερείπιο, καθώς το σπίτι έχει σχεδόν καταρρεύσει. Είναι ένα παλιό σπίτι για τα δεδομένα της περιοχής, αφού θα πρέπει να χτίστηκε ανάμεσα στο 1915 και το 1923, με όλα τα στοιχεία ενός ώριμου και όψιμου νεοκλασικισμού στην κλίμακα της αθηναϊκής συνοικίας. Είναι ζωσμένο με αποτρεπτικό δίχτυ που υπενθυμίζει την επικινδυνότητα του σημείου και υπογραμμίζει τον ρόλο του ως ενός παρία στη γειτονιά.

Το πλησίασα από την οδό Λέσβου όπου μέσα από τη μία εξώθυρα μπορούσε κανείς να δει το εσωτερικό. Ηταν η είσοδος που οδηγούσε στην κατοικία του πρώτου ορόφου, γι’ αυτό το μόνο που μπορούσα να δω ήταν η ξύλινη σκάλα. Είναι μια πολύ γνώριμη εικόνα σε κάθε κυνηγό λαθραίων ανοιγμάτων σε παλιά και ακατοίκητα σπίτια. Σπίτια που έχουν μείνει σε αχρησία επί δεκαετίες, αφήνουν σε κρυπτική θέα τα κλιμακοστάσια, συχνά περίτεχνα, ξύλινα ή μαρμάρινα, να ανεβαίνουν σε σκοτεινούς ορόφους. Στη Μητροπόλεως, στην Αχαρνών, στην Πατησίων, στη Λιοσίων, υπάρχουν βουβές και σκοτεινές σκάλες πίσω από σπασμένους φεγγίτες.

Αλλά αυτό το σπίτι στη γωνία της οδού Λέσβου και Πόρου, που θα έζησε μια καλή ζωή για πολλές δεκαετίες, στέκει τώρα απόβλητο. Είναι προς αποφυγήν και η παρουσία του μοιάζει να ενοχλεί καθώς ούτε η ευγενής, πλην καταρρακωμένη, μορφή του, ούτε ο πρότερος έντιμος βίος, ούτε το ιστορικό του αποτύπωμα, μπορούν να είναι αντίλογος στην αίσθηση του κινδύνου και της ρυπαρότητας με την οποία πλέον οριστικώς και τελεσιδίκως ταυτίζεται.

Σαν αυτό το σπίτι της οδού Λέσβου υπάρχουν αναρίθμητα στην Αθήνα, στο κέντρο και στις γειτονιές. Είναι ένα πολιτισμικό απόθεμα, το οποίο επί της ουσίας είναι ανεπιθύμητο για τους περισσότερους, καθώς είναι συνυφασμένο με άνιση σχέση επένδυσης και απόσβεσης, με κόπο και γραφειοκρατία, με φόρους και δυσχέρειες. Είναι σαν βαλσαμωμένοι φρουροί μιας πόλης που έχει αποσυρθεί και που μένει ακίνητη χωρίς πρόταση για το μέλλον.

Το σπίτι στη γωνία της οδού Λέσβου και Πόρου παράγει, όμως, μυθολογία και ως ύλη συμβάλλει στην άυλη παράδοση της γειτονιάς.