ΠΟΛΗ

Χαρούμενοι και ήρεμοι στο Οσλο με -10

charoymenoi-kai-iremoi-sto-oslo-me-10-2120179

Σ​​τους -10 βαθμούς, το κρύο είναι υποφερτό, για να μην πω ευχάριστο. Ο αέρας, καθάριος, αναζωογονητικός, σε γεμίζει δύναμη. Με τόσο οξυγόνο το μυαλό ξελαμπικάρει. Τριγύρω άνθρωποι τρέχουν, περπατούν, βγάζουν βόλτα τον σκύλο τους, γλιστρούν γλυκά πάνω στο χιόνι, φωτογραφίζουν την παγωμένη λίμνη. Μα πάνω απ’ όλα χαμογελούν. Γιατί ο χειμώνας είναι η αγαπημένη τους εποχή, η εποχή που περίμεναν όλο τον υπόλοιπο χρόνο, η εποχή που ξυπνά τον παιδικό τους εαυτό: έλκηθρα στο χιόνι, συναντήσεις σε φιλικά σπίτια, ξύλα στο τζάκι, κουρασμένοι μύες και ιδρωμένα, αθλητικά δέρματα κάτω από τη μάλλινη σκελέα, καθώς, σαν κόκκινες και κίτρινες αστραπές, διασχίζουν με ταχύτητα τις δασικές διαδρομές.

Η λίμνη Σόνσβαν βρίσκεται μόνο 20 λεπτά με το μετρό από τον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό του Οσλο. Είναι το τέρμα της πόλης, μέρος μια απέραντης δασικής έκτασης που σηματοδοτεί τη «Νουρμάρκα», το Βόρειο Σύνορο. Είναι, επίσης, η παιδική χαρά κάθε Νορβηγού που, απογεύματα και Σαββατοκύριακα, παίρνει παιδιά, σκυλιά και σκι και ξεχύνεται να ευχαριστηθεί τη φύση.

Οι νέοι κάτοικοι της πόλης κοιτούν τους ενθουσιώδεις Νορβηγούς λίγο περίεργα: δεν έχουν συνηθίσει ακόμα τις τρεις στρώσεις ρούχων – μαλλί κατάσαρκα, από πάνω φλις κι ύστερα γκορ τεξ αντιανεμικό. Ούτε γνωρίζουν ακριβώς ποια παπούτσια πρέπει να φορέσουν στο παχύ, φρέσκο χιόνι, στο υγρό χιόνι, στη χιονώδη βροχή ή στον μαύρο πάγο που σχηματίζεται μετά μια απότομη άνοδο της θερμοκρασίας (παπούτσια με μεταλλικά καρφιά· ακόμα και στη δουλειά). Οι πρόσφυγες από τη Συρία κυκλοφορούν με κάτι φουσκωτά, πορτοκαλί μπουφάν, κρατικά, για να ζεσταθούν και να μη χάνονται στα χιόνια. Οι ξένοι φοιτητές της διπλανής πανεπιστημιούπολης –ανάμεσά τους και πολλοί Ελληνες– προσπαθούν να συνηθίσουν την ιδέα της βόλτας σε τόσο κρύο. Οι γιαγιάδες και οι παππούδες Νορβηγοί, απτόητοι, με τη βοήθεια των ειδικών τους μπαστουνιών, απολαμβάνουν τη βόλτα τους κάτω από τον ατέλειωτο ουρανό, πάνω στο ατέλειωτο χιόνι. Τα παιδιά δεν κάθονται στιγμή. Οι σκύλοι υπακούν τ’ αφεντικά τους. Οι σκιέρ γλιστρούν, οι δρομείς τρέχουν, δύο Νορβηγοί σπάνε τον πάγο και πέφτουν με στολές δύτη μέσα στο νερό.

Πολλά χρόνια πριν, προτού πρωτοπατήσω το πόδι μου στο Οσλο, είχα στο μυαλό μου μια πόλη παγωμένη, κλειστή, σκυθρωπή, γεμάτη λιωμένο πάγο κι ανθρώπους αμίλητους κι αλλοπαρμένους στην απομόνωσή τους. Είχα στο μυαλό μου την Κριστιάνια του Χάμσουν, την πόλη της «Πείνας» και της βιομηχανικής εξαθλίωσης. Το Οσλο του 2016 καμία σχέση δεν έχει φυσικά με τη φτωχή επαρχιωτική πολιτεία του Ιψεν και του Μουνκ: είναι μια ζωντανή, πολυπολιτισμική μητρόπολη που διεκδικεί με νύχια και με δόντια τη θέση της Κοπεγχάγης και της Στοκχόλμης ως διεθνές κέντρο εμπορίου της Σκανδιναβίας. Είκοσι λεπτά επιστροφής στο κέντρο από τη Σόνσβαν φέρνουν τον επισκέπτη αντιμέτωπο με μια αρχιτεκτονική ζύμωση που θυμίζει τη φρενήρη ανάπτυξη των ντόκλαντς του Λονδίνου: ψηλά, γυάλινα κτίρια πολυεθνικών εταιρειών, η καινούργια, κατάλευκη Οπερα –το στολίδι της πόλης στις καρδιές των κατοίκων της– νέες προμενάδες για πεζούς και ποδήλατα, νέα κτίρια οικολογικών κατοικιών στο πρώην βιομηχανικό λιμάνι.

Μια συστάδα ξύλινων σπιτιών που κάηκαν και ξανακάηκαν, αφήνοντας στο πέρασμά τους κι από μία εκκλησία για παράκληση στα θεία να μην αφανιστεί ξανά η πόλη· τα δίχως φαντασία τετράγωνα, πέτρινα κτίρια του δεκάτου ενάτου αιώνα με τις εσωτερικές αυλές· το πρώην βιομηχανικό λιμάνι και οι πρώην ψαρόβαρκες· τα πρώην άσυλα για τους φτωχούς, τρελούς, κατατρεγμένους: όλα έχουν αφήσει το στίγμα του πάνω στο σύγχρονο Οσλο. Μα η πόλη γίνεται ολοένα και πιο πολυεθνική, πολυγλωσσική και σύγχρονη, ξυπνάει από τον λήθαργο που γνώρισα την πρώτη φορά που την αντίκρισα, δεκαεφτά χρόνια πριν. Τότε, το να είσαι ξένος και μόνιμος κάτοικος ήταν γεγονός αστείρευτης συζήτησης και περιέργειας για τους γείτονές σου. Τώρα, η πρώην απομονωμένη πρωτεύουσα της πρώην απομονωμένης Νορβηγίας ξύπνησε και μπήκε με φούρια στον παγκοσμιοποιημένο χορό του εικοστού πρώτου αιώνα. Δίχως να χάσει την ανθρώπινή της κλίμακα ή τους ανθρώπινους ρυθμούς της.

Η βόλτα είναι βόλτα και πάντα θα υπάρχει καιρός για βόλτα και για φίλους και για οικογένεια. Το άγχος είναι ακόμα ιδέα άγνωστη για τον μέσο κάτοικο του Οσλο. Κι η βιασύνη το ίδιο. Οι Νορβηγοί τρέχουν, μα τρέχουν για να το ευχαριστηθούν: στο χιόνι, με το ποδήλατο, στις ατέλειωτες δασικές διαδρομές της πόλης. Κι ύστερα, ζωντανοί και υγιείς και χαρούμενοι, μα πάνω απ’ όλα ήρεμοι, πηγαίνουν τα παιδιά τους στους παιδικούς σταθμούς και φτάνουν στις δουλειές τους, μέχρι να ξανάρθει το απόγευμα για να ξαναβγούν τη βόλτα τους στο δάσος, στο ποτάμι, στη λίμνη.

* Η κ. Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη είναι ποιήτρια και μεταφράστρια. Πρόσφατη συλλογή της, «Αστικά ερείπια (και αντιπερισπασμοί)» (εκδ. Πόλις).