ΠΟΛΗ

Η πόλη μου βγάζει την ομορφιά στη φόρα

poli1--2

Η ​πόλη μου, νούμερο ένα προορισμός για ερωτευμένους, λένε. Κρύβει κάτω από τα φώτα τις ατέλειες, κάτω από τις γέφυρες τους πεινασμένους. Η πόλη μου σε προκαλεί να κοιτάξεις ψηλά, την άκρη του Πύργου, τον ουρανοξύστη του Μονπαρνάς, τον μιναρέ του Γκραν Μοσκέ, το καμπαναριό της Νοτρ Νταμ, τον πύργο της Βαστίλλης. Γεμάτη μουσεία, ένα μουσείο ανοιχτό και η ίδια, βγάζει την ομορφιά στη φόρα, αποζημιώνει το μάτι για όλη την αγωνία και τη σκληρότητα της μητρόπολης.

Η πόλη μου στοιβάζεται στα μετρό τις ώρες αιχμής, στριμώχνεται και διαβάζει συνεχώς. Στις τσάντες της υπάρχουν πάντα δύο βιβλία για τη διαδρομή. Πίνει καφέ στα γρήγορα διαβάζοντας εφημερίδες. Αγαπά τον ήλιο και τα πικνίκ στους κήπους και στις όχθες του Σηκουάνα. Ξαπλώνει ράθυμα στο χορτάρι ή στο τσιμέντο και πίνει το κρασί της. Βγάζει τα παπούτσια της και χαλαρώνει. Τσιμπολογά κρεμώδη τυριά, πατέ, πίκλες, σοσισόν και μπαγκέτ. Νιώθει άνετα με τις έντονες οσμές, συχνά είναι βρώμικη, γεμάτη αποτσίγαρα. Κάθε πρωί την ξεπλένουν με τη μάνικα. Γυαλίζει στο πρωινό φως.

Χαζεύει τον εαυτό της από ψηλά στη Μονμάρτρ, χάνεται στα στενά και γράφει «σ’ αγαπώ» σε όλες τις γλώσσες. Το βράδυ κοιμάται σε ακριβά ξενοδοχεία, σε μικρά παλιά και υπερτιμημένα διαμερίσματα-κλουβιά ή κάτω από τη γέφυρα του Ωστερλίτζ, μες στη σκηνή του απόκληρου. Αν είναι τυχερή. Αν είναι άτυχη, κοιμάται μες στον δρόμο.

Φορές ξενυχτάει σαν τουρίστας σ’ ένα εξωπραγματικά ακριβό καμπαρέ σπεκτάκλ. Φωτογραφίζεται έξω από τη Λαφαγιέτ. Πίνει μια γκίνες σε μια ιρλανδέζικη παμπ. Κρατάει την αίγλη σαν περιτύλιγμα κι αδιαφορεί για τη συνέχεια. Σνομπάρει συχνά τα μπιστρό για έναν καφέ στα Στάρμπακς. Δεν ξέρει τι της γίνεται. Κι ύστερα συνέρχεται και βρίσκει τον εαυτό της, δραπετεύει από τη Σανς Ελιζέ και χώνεται μες στη Μαρσέ ντ’ Αλίγκρ.

Η πόλη μου ξενυχτά ρητορεύοντας πίσω από τη Βαστίλλη. Χορεύει έξαλλα μες στο Π’τι Μπαιν. Της πάει η βροχή. Την ασχημαίνει η ζέστη. Τα Σαββατοκύριακα τρώει φαλάφελ στο Μαραί, πίνει το τσάι της στον κήπο του Μοσκέ. Κάνει ποδήλατο φορώντας χειρουργική μάσκα. Μετακινείται με πατίνι και ηλεκτρικά αμαξάκια. Σπρώχνει τη φτώχεια στα προάστια και στα λαϊκά καρτιέ. Κρατά το κέντρο καθαρό για τους τουρίστες.

Η πόλη μου δεν μιλάει καλά αγγλικά. Τραγουδάει, όμως, σε χίλιες άλλες γλώσσες, μες στις στοές του μετρό και στα βαγόνια, κάθε πρωί και κάθε βράδυ και βγάζει το καπέλο της για λίγα νομίσματα. Γιορτάζει την κινέζικη πρωτοχρονιά στους δρόμους. Τρώει λιβανέζικα γλυκά στο χέρι. Αγκαλιάζει την ιστορία της, ζει μαζί με τους νεκρούς, από τις κατακόμβες ώς τα διάσημα νεκροταφεία της. Στην πόλη μου χορεύουν τα φαντάσματα των ποιητών και των ζωγράφων. Των διάσημων ερευνητών. Των συγγραφέων. Μαζί με τα ζωντανά φαντάσματα όσων δεν τα κατάφεραν.

Είναι όμορφη, αλλά όχι για όσα τη διαφημίζουν. Εδώ και καιρό σε κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, με τον στρατό στους δρόμους, στους σταθμούς και στα μουσεία. Η πόλη μου στο μεταίχμιο ενός κόσμου που αλλάζει. Σκουπίζει τα αίματά της και ξανασηκώνεται. Δεν φοβάται το σκοτάδι. Διαμαρτύρεται και φωνάζει. Ανάβει τα φώτα της. Δεν είναι μόνο καρτ-ποστάλ κι αξιοθέατο. Χωνευτήρι που προσπαθεί να τα χωρέσει όλα δίχως να τα συνθλίψει. Ανοιχτή στο διαφορετικό, κι ας μην τα έχει καταφέρει ακόμα όσο καλά θα ήθελε.

Η πόλη μου, fluctuat nec mergitur.

* Η κ. Αννα Νιαράκη είναι επίκουρη καθηγήτρια Βιολογίας Συστημάτων στο Université d’Evry-Val-d’Essonne και ποιήτρια.