ΠΟΛΗ

Πατησίων 298, το ευγενές αθηναϊκό κτίριο που γκρεμίστηκε το 2016

patision1

Θ​​υμάμαι αμυδρά την επιγραφή «Εδισον Βήχος» στο κατάστημα με κορνίζες, γωνία Πατησίων και Γρηγοροβίου, στον Αγιο Λουκά. Ηταν κρεμασμένη στο μεγάλο, νεοκλασικό σπίτι, παμπάλαιο «από πάντα», αλλά ανέκαθεν γοητευτικό, σαν υδατογραφία της πόλης. Είχα ακούσει ότι γκρεμίστηκε και κίνησα να δω τα ίχνη του. Ηξερα ότι θα έβρισκα ένα χώρο με πέτρες και αυτό ακριβώς συνάντησα καθώς έφτασα στην Πατησίων, ανηφορίζοντας από τον σταθμό των Κάτω Πατησίων επιλέγοντας την οδό Καραβία.

Ηταν ένα μεγάλο σπίτι, που ακολουθούσε την ευγενή παράδοση του αθηναϊκού νεοκλασικισμού, με την αυστηρή, ατόφια και καθαρά αττική ατμόσφαιρα. Ακροκέραμα, αρμονία, τόξα, και πρόπυλο που σχημάτιζε ένα προτεταμένο εξώστη, στο ύφος που βλέπει κανείς σε πολλά σπίτια του 19ου αιώνα αδιακρίτως μορφολογίας, από τα γεωργιανά σπίτια της Αγγλίας ώς τα σπίτια του ρωσικού κλασικισμού. Αυτή η διαμόρφωση του έδινε χάρη και θύμιζε και άλλες αθηναϊκές εκδοχές, με τοξοστοιχίες, όπως το διατηρητέο σπίτι δίπλα στο Μουσείο Ακρόπολης, Μακρυγιάννη και Χατζηχρήστου.

Το θυμάμαι σε κακή κατάσταση, που είχε επιδεινωθεί μετά τον σεισμό του 1999. Αλλά όταν ο Εδισον Βήχος άνοιξε εκεί το κατάστημα με τις κορνίζες, το σπίτι στεκόταν καλά. Ο Βήχος (1912-1994) ήταν ένας ρομαντικός σταρ του αθηναϊκού μεσοπολέμου, γνωστός ως Δάφνις στην καλλιτεχνική, βωβή ταινία του Ορέστη Λάσκου «Δάφνις και Χλόη». H νεανική μορφή του έμεινε να τον συνοδεύει για πάντα.

Παρατηρούσα τον σωρό από πέτρες, Πατησίων και Γρηγοροβίου. Διαγωνίως απέναντι ήταν η εκκλησία του Αγίου Λουκά, η Φοιτητική Εστία, οι πάμπολλες πολυκατοικίες της δεκαετίας του ’60, το θερινό σινεμά «Ηλέκτρα». Σκόρπια διώροφα ανάμεσα σε κακογερασμένες πολυκατοικίες, δίνουν τον τόνο σε μια περιοχή που μπορεί να περιμένει καλύτερες μέρες.

Εβλεπα τα μεγάλα πέτρινα αγκωνάρια, που έμειναν από την κατεδάφιση, πεταμένα σε σωρό, σαν ανεπιθύμητα. Εγώ όμως έβλεπα την τέχνη των μαστόρων, το «μαλακό» υλικό της πέτρας, τα σπάνια δείγματα εκείνης της τεχνολογίας του 19ου αιώνα. Εστεκαν ακόμη οι πεσσοί του πρόπυλου, αλλά από πίσω το κτίριο είχε φύγει. Στη μεσοτοιχία της όμορης πολυκατοικίας έβλεπα εκείνα τα συγκινητικά ροζ και λουλακιά, κυμάτια και κόγχες που έμειναν μετέωρες.

Πέρα από τον συστηματικό αισθητικό εκβαρβαρισμό της πόλης, πέρα από τη φιλισταία αναισθησία απέναντι στην ιστορία των ανθρώπων της Αθήνας και των κτισμάτων που έφτιαξαν, υπάρχει και ο απύθμενος κυνισμός. Σαν αυτό το σπίτι που χάθηκε επειδή οι «αρμόδιες» υπηρεσίες δεν κάνουν τη δουλειά τους, επειδή υπάρχουν άνθρωποι με αρμοδιότητα για την Αθήνα, που όμως αγνοούν την ιστορία της πόλης και τις περιοχές της, έχουν γκρεμιστεί εκατοντάδες. Αλλά αυτό το συγκεκριμένο, είχε μοναδικότητα, γιατί έστεκε πλέον μόνο ως μάρτυρας μιας άλλης κλίμακας και ενός άλλου πολιτισμικού διαμετρήματος, σε γωνία προβολής σε μία από τις κεντρικές λεωφόρους της Αθήνας.

Η Monumenta, που καταγράφει όλη την Αθήνα, ανιδιοτελώς και με γνώση, φέρνει τις υπηρεσίες μπροστά στις ευθύνες τους. Οι σωροί από πέτρες θα μείνουν ίσως για καιρό, καθώς η αμηχανία μιας τεράστιας γκάφας εις βάρος της Αθήνας θα μείνει με ονοματεπώνυμο: το Συμβούλιο Αρχιτεκτονικής της Περιφέρειας Αττικής.