ΠΟΛΗ

Ενα ποιοτικό ανάχωμα στη Θεσσαλονίκη

ena-poiotiko-anachoma-sti-thessaloniki-2132349

Ο Δανός πολεοδόμος και αρχιτέκτονας Γιαν Γκελ έλεγε πριν από λίγα χρόνια στη Θεσσαλονίκη ότι οι αρχιτέκτονες και οι αστικοί σχεδιαστές (urban planners) πρέπει να ενδιαφέρονται για τους ανθρώπους των πόλεων και τη ζωή τους. Ο επιδραστικός πολεοδόμος, καλεσμένος τότε της ομάδας «Θεσσαλονίκη Αλλιώς» και του περιοδικού «Παράλλαξη», υποστηρίζει στις ομιλίες και στα βιβλία του ότι μια πόλη ζωντανεύει και είναι υγιής όταν οι άνθρωποί της περπατούν στους δρόμους με ασφάλεια, κάνουν ποδήλατο και περιορίζουν τη χρήση των αυτοκινήτων. Μεσούσης της κρίσης, η Θεσσαλονίκη αναζητούσε τότε μια αστική αναβάθμιση. Το ποδήλατο είχε ήδη επανακάμψει ως τάση και νέος τρόπος ζωής. Είτε μεμονωμένα ή κατά ομάδες, οι Θεσσαλονικείς έκαναν πετάλι, ακτιβιστές – πεζοί παρενέβαιναν ανοιχτά έναντι οδηγών που στάθμευαν πάνω σε διαβάσεις ή σε ράμπες αναπήρων, ενώ νέες ομάδες της πόλης διοργάνωναν δράσεις και καμπάνιες ευαισθητοποίησης στον δημόσιο χώρο. Αυτή η ανάγκη βρήκε αρχικά διέξοδο στην ανακαινισμένη Νέα Παραλία που παραδόθηκε εκείνη την εποχή. Το παραλιακό μέτωπο της πόλης απέκτησε μια ολοκληρωμένη, αξιοζήλευτη εικόνα με την αποπεράτωση του δεύτερου τμήματος που φτάνει μέχρι το Μέγαρο Μουσικής και η παραλία –πολυβραβευμένη πια– έγινε σημείο συνάντησης και καθημερινή συνήθεια για τους επισκέπτες και τους ντόπιους.

Στην αίσθηση μιας αλλαγής προς το πιο ανθρώπινο προστέθηκαν μικρότερες αλλά καίριες αστικές παρεμβάσεις, όπως η τελική πεζοδρόμηση του άξονα Αχειροποιήτου – Αγίας Σοφίας και των μικρών κάθετων δρόμων, η ανάπλαση της πολιτιστικής προβλήτας του λιμανιού, η ανανέωση της Αισώπου και της λεγόμενης «Τσαϊνατάουν» της Θεσσαλονίκης και πιο πρόσφατα η βιοκλιματικού τύπου παρέμβαση στην πλατεία Χρηματιστηρίου από τον Δήμο Θεσσαλονίκης. Εκεί, η ανάπλαση με τους φουτουριστικούς ανεμιστήρες, τα σκίαστρα, τις νεροκουρτίνες και τους πίδακες νερού που υπολογίζεται ότι θα μειώνουν τη θερμοκρασία του οικείου περιβάλλοντος έως και 5 βαθμούς Κελσίου τους θερινούς μήνες (Περιοδικό «Κ» 11/04/2016) μοιάζει με μια δεύτερη ευκαιρία στη γοητευτική αλλά ταλαιπωρημένη συνοικία. Η εμπορική καρδιά της Θεσσαλονίκης των αρχών του 20ού αιώνα με κτίρια του φημισμένου αρχιτέκτονα Βιταλιάνο Ποζέλι ερήμωσε τη δεκαετία του ’90 από τις βιοτεχνίες που έκλεισαν ή μεταφέρθηκαν σε γειτονικές χώρες, γνώρισε την άναρχη ανάπτυξη των καφέ-μπαρ και των ξενυχτάδικων, μέχρι που επήλθε και εκεί ο κορεσμός. Η νέα ανάπλαση δημιουργεί ευκαιρίες για περίπατο, διώχνει τα αυτοκίνητα από τα πεζοδρόμια και την άναρχη στάθμευση, θέτει τις προϋποθέσεις για μια ήπια ανάπτυξη και φιλοδοξεί –υπό προϋποθέσεις– για την εγκατάσταση νέων επαγγελματιών και κατοίκων.

Σε όλα τα παραπάνω φυσικά δεν έλειψαν τα λάθη, οι κακοτεχνίες ή οι αστοχίες σε επιλογές υλικών, οι γκρίνιες, αλλά και η έλλειψη σεβασμού του δημόσιου χώρου από τους κατοίκους της πόλης (π.χ. η πρόσφατη καταστροφή του Φεγγαριού της Παραλίας). Η ενίσχυση του πρασίνου και η ολοκλήρωση του μετρό που θα δώσει ανάσα στο κυκλοφοριακό παραμένουν ζητούμενα για το ανθρώπινο προφίλ που θέλει να οικοδομήσει η Θεσσαλονίκη.

Αυτό το εγχείρημα στον δημόσιο χώρο όσο διευρύνεται και πέρα του ιστορικού της κέντρου, με όλες τις αδυναμίες του, μπορεί να αποτελέσει ποιοτικό ανάχωμα σε μια καθημερινότητα που μόνο εύκολη δεν προοιωνίζεται.