ΠΟΛΗ

Η πόλη και ο πλάνης χρονογράφος της

thessaloniki1

Η έννοια και, κυρίως, η «περσόνα» του πλάνητα (flâneur) είναι μάλλον ανεξερεύνητες στην ελληνική βιβλιογραφία. Κάποιες, σκόρπιες, αναφορές υπάρχουν σε ελάχιστα κείμενα, που σχετίζονται με το έργο του Βάλτερ Μπένγιαμιν, και σε σποραδικές προσεγγίσεις από τον χώρο των αστεακών ή πολιτισμικών σπουδών, σε αντίθεση με την πλούσια, αμερικανικής και ευρωπαϊκής προέλευσης, εργογραφία των ανθρωπιστικών σπουδών.

Από την άλλη, το έργο του Μιχαήλ Μητσάκη (ο Ροΐδης τον απέρριψε κατηγορηματικά, σε αντίθεση με τον Καρκαβίτσα και τον Παλαμά), ενός εξαιρετικά σημαντικού συγγραφέα, που ακολούθησε τη «βάσκανο μοίρα» του Βιζυηνού και του Φιλύρα, απασχόλησε προπολεμικά κυρίως μια σημαντική μερίδα της κριτικής, με κύρια συνεισφορά του Μιχαήλ Περάνθη, ο οποίος συγκέντρωσε μεγάλο μέρος του έργου του και είναι ο πρώτος, ίσως, που αναφέρθηκε στη «φιλολογική μποεμία» του Μητσάκη («Μιχ. Μητσάκης. Το έργο του», Εστία 1956, με εισαγωγή, σχόλια και σε επιμέλειά του Μ. Περάνθη).

Με την ογκώδη μονογραφία του «Αστική Λαογραφία – Αναπαραστάσεις της Αθήνας (1880-1896) στο συγγραφικό έργο του Μιχαήλ Μητσάκη. Χώρος, κοινωνία, πολιτισμοί, ταυτότητες» (εκδ. Ηρόδοτος), γύρω από τη ζωή και το έργο του, ενταγμένα στο αστεακό-πολιτισμικό πλαίσιο της εποχής, ο Μανόλης Γ. Σέργης όχι μόνο αποκαθιστά την αδικία και τη γενικότερη «λησμοσύνη» για τον Μιχαήλ Μητσάκη, αλλά, κυρίως, θεμελιώνει, το πρώτον για τα νεοελληνικά δεδομένα, έναν ολοκληρωμένο διάλογο ανάμεσα στη λαογραφία και τις αστεακές σπουδές. Ταυτόχρονα φέρνει πιο κοντά τη λογοτεχνία με την κοινωνική θεωρία, προσεγγίζοντας το έργο ως «έντεχνη αστική ανθρωπολογία» και εμπλέκοντάς το πρωτότυπα και καινοτόμα με την προβληματική του πλάνητα (η λέξη αναφέρεται από τον Μητσάκη ήδη το 1887, στον «Οιωνό»).

Το ενδιαφέρον του Μ. Γ. Σέργη για τη ζωή και το έργο του Μιχ. Μητσάκη κάθε άλλο παρά «φιλολογικό» και συγκυριακά θεωρητικό είναι. Πρόκειται στην κυριολεξία για έργο ζωής, η αγάπη και η αφοσίωση στον Μητσάκη είναι πρόδηλη και η προσέγγισή του είναι κατ’ εξοχήν βιωματική, σε διπλό επίπεδο, σ’ εκείνο των πρώτων, καθοριστικών αναγνωσμάτων του, αρχής γενομένης με ένα διήγημα του Μητσάκη («Το Φίλημα») και της γόνιμης μαθητείας του με τον μέντορά του, τον σημαντικό λαογράφο Μιχαήλ Γ. Μερακλή.

Πολλαπλά οφέλη

Με το έργο του Μ. Γ. Σέργη απεγκλωβίζεται, επιτέλους, ο Μητσάκης από τη φιλολογική κριτική και επιβάλλεται μια νέα (στην ουσία επί δεκαετίες εμπεδωμένη στα ευρωπαϊκά και αμερικανικά πρότυπα) προσέγγιση, μια επανανάγνωση του πολυσχιδούς έργου, το οποίο θέτει στο επίκεντρο την πρωτεύουσα, πέραν του «αθηναιογραφικού» μοτίβου, που περισσότερο προσιδιάζει προς το χρονογράφημα. Τα οφέλη από την ενδελεχή μελέτη του λογοτεχνικού και αστεακού τοπίου είναι πολλαπλά: κυρίως, για πρώτη φορά προσεγγίζεται ένας συγγραφέας και το έργο του με θεμελιώδη κοινωνιολογικά-ανθρωπολογικά κριτήρια και με εμφανείς επιρροές και επιδράσεις από την αστεακή προβληματική (κοινωνική παραγωγή του χώρου, δημόσιος χώρος, ακόμα και στον χώρο της διαμεσολαβημένης τηλεφωνικής επικοινωνίας, η πόλη ως/σαν θεατρική σκηνή, παραστάσεις και αναπαραστάσεις στην πόλη), επιπλέον όμως, και εδώ έγκειται η τομή στη συγκεκριμένη έρευνα, επίσης για πρώτη φορά στα ελληνικά ερευνητικά δεδομένα ενσωματώνονται μοτίβα του Μπένγιαμιν (η περιπλάνηση, η έννοια και αίσθηση του «πανοράματος» ως τρόπος πρόσληψης του αστεακού χώρου, το «βλέμμα» και γενικότερα «η λογοτεχνία του ματιού, της ακοής και της όσφρησης», βίωμα και εμπειρία κ.ά.) στην ευρύτερη μετάλλαξη της αθηναϊκής τοπογραφίας, που αποτελεί και επιμέρους κεφάλαιο του βιβλίου, ακόμα κι αν ένα μικρό μόνο τμήμα της Αθήνας εκπληρώνει τις μητροπολιτικές προϋποθέσεις, σε πολεοδομικό και θεωρητικό επίπεδο, άρα και την έννοια του «αθηναϊκού πλάνητα».

Ο Μ. Γ. Σέργης αποδίδει ένα σημαντικό έργο στη σχετική βιβλιογραφία και στο αναγνωστικό κοινό, καθώς για πρώτη φορά η φιλολογία συνδιαλέγεται ισότιμα και συγκροτημένα με τις ανθρωπιστικές σπουδές και έτσι αποκαθίσταται πλήρως η ζωή και το έργο ενός τόσο σημαντικού, κοσμοπολίτη και ταυτόχρονα ελληνοκεντρικού, συγγραφέα.