ΠΟΛΗ

Ο κόσμος σταμάτησε να μικραίνει

kosmos1--2

Ο ​​πρώτος άνθρωπος που μου μίλησε στη Δαμασκό ήταν ένας νεαρός στρατιώτης. Είχαμε μόλις αποβιβαστεί από το ταξί στο οποίο μας είχε φορτώσει, με συνοπτικές διαδικασίες, ο υπάλληλος στον σταθμό των υπεραστικών λεωφορείων της Βηρυτού – ισχυριζόμενος ότι όλα τα δρομολόγια της ημέρας είχαν ματαιωθεί και χρησιμοποιώντας ως μοναδικό «πειστήριο» τον χρυσό σταυρό στον λαιμό του, απόδειξη ότι ήταν «σαν εμάς». Ο ταξιτζής δεν ήξερε ούτε μία αγγλική λέξη και είχε περάσει τις τρεις ώρες του ταξιδιού συζητώντας έντονα με τον Αραβα συνεπιβάτη μας, ενώ εμείς αναρωτιόμασταν αν είχαμε πέσει θύματα κάποιας έξυπνης απάτης. Οταν μας άφησε, σχεδόν πετώντας τις βαλίτσες μας στο πεζοδρόμιο, κάπου στις παρυφές της πόλης, η ανακούφιση σύντομα έδωσε τη θέση της στον τρόμο, αφού συνειδητοποιήσαμε ότι δεν ξέραμε πού βρισκόμαστε, ο ήλιος του Ιουλίου έκαιγε ανελέητα και, το χειρότερο, δεν είχαμε ούτε μία λίρα Συρίας.

Απευθύνθηκα αυθόρμητα στο πρώτο φιλικό πρόσωπο που κατάφερα να εντοπίσω. Ετσι γνωρίσαμε τον Νιζάρ, ο οποίος μας πήγε με το λεωφορείο μέχρι το κοντινότερο ΑΤΜ, μας έδωσε οδηγίες για να φτάσουμε στο ξενοδοχείο μας και δεν δέχθηκε με κανέναν τρόπο να του επιστρέψουμε το αντίτιμο των εισιτηρίων. Στη διαδρομή, μου είπε πως όταν τελείωνε η θητεία του, σε τρία χρόνια, θα ερχόταν στην Αθήνα για να μας ξαναδεί.

Εκείνη την εποχή, αυτή η προοπτική έμοιαζε ακόμα πιθανή. Ηταν καλοκαίρι του 2010, λίγους μήνες πριν από το ξέσπασμα του εμφυλίου.

Στα επόμενα χρόνια θα αναρωτιόμουν συχνά αν τελικά ταξίδεψε ώς την Ελλάδα, έστω ως πρόσφυγας μέσα σε ένα πλήθος απελπισμένων ανθρώπων, αν ήταν ένα από τα εκατοντάδες χιλιάδες θύματα του πολέμου ή αν έχει μεταμορφωθεί σε έναν «ψημένο» από τις μάχες πολεμιστή που δυσκολεύεται να ανακαλέσει στη μνήμη του στιγμιότυπα από τα ανέμελα χρόνια της νιότης του – πόσο μάλλον τις τυχαίες συναντήσεις με τουρίστες.

Μεγαλώνοντας, είχα την αίσθηση πως ο κόσμος θα συνέχιζε να μικραίνει διαρκώς. Ταχύτερα αεροπλάνα, φτηνότερα αεροπορικά εισιτήρια, λιγότεροι έλεγχοι διαβατηρίων και φυσικά όλα τα πλεονεκτήματα της Ε.Ε. στην προ κρίσης περίοδο δημιουργούσαν την εντύπωση πως τα σύνορα ήταν απλώς ένας απαρχαιωμένος θεσμός προς κατάργηση. Ταυτόχρονα, η σχετική σταθερότητα στη Μέση Ανατολή είχε επαναφέρει στον χάρτη των επίδοξων ταξιδιωτών πόλεις όπως το Αλέπο, το Αμμάν, το Ερμπίλ, την Τρίπολη, ακόμα και τη Βαγδάτη. Ζώντας στο σταυροδρόμι δύο κόσμων, μου άρεσε να φαντάζομαι ότι η Ευρώπη ήταν το σπίτι μου, όμως η υπόσχεση της περιπέτειας βρισκόταν προς την αντίθετη κατεύθυνση, στα ανατολικά.

Σήμερα, η εικόνα είναι αρκετά διαφορετική. Η Συρία είναι εκτός πρόσβασης, το Ιράκ επίσης, η κατάσταση σε Λίβανο και Ιορδανία είναι έκρυθμη και μόνο κάποιος υπερβολικά παράτολμος θα επισκεπτόταν τη Λιβύη για τουρισμό. Ακόμα και ένα ταξίδι στη γειτονική Τουρκία δεν μοιάζει πλέον ιδιαίτερα ασφαλές, πράγμα απολύτως φυσικό: όταν το Παρίσι ξαγρυπνά από την αγωνία, πώς θα μπορούσε η Κωνσταντινούπολη να κοιμάται ήσυχη;

Στο μεταξύ, η Βρετανία ψηφίζει Βrexit, η Ουγγαρία υψώνει φράχτες, η Αυστρία κλείνει τα σύνορά της και η Αμερική σκέφτεται σοβαρά να εκλέξει τον Ντόναλντ Τραμπ. Ξαφνικά, φαίνεται ότι ο κόσμος έχει αρχίσει να μεγαλώνει ξανά…