ΠΟΛΗ

Δροσοπούλου, μια αρτηρία αστικής παραμυθίας

drasopoulou

Στα 16 χρόνια που ζω επίμονα στο κέντρο της Αθήνας, το παράπονό μου, συγκρίνοντάς τη με άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, είναι πως οι πολίτες της δεν τη «χρησιμοποιούν», δεν την κάνουν δική τους. Πολλές φορές, οι κάτοικοι της πόλης μού δίνουν την εντύπωση ότι απλώς ζουν, εργάζονται και διασκεδάζουν εδώ. Ισως φταίνε οι ρυθμοί της, ίσως, πάλι, φταίει η ιδιοσυγκρασία του Ελληνα που προτιμά, κατά κανόνα, τον κόσμο που μόνος του χτίζει στο «σπιτάκι» του.

Η πιο χαρακτηριστική ένδειξη, στη μεγάλη εικόνα, είναι το εργολαβικό «whatever» της Αθήνας, όπου κάθε πολυκατοικία, κυρίως από τη δεκαετία του ’70 και μετά, έχει τον δικό της, ας πούμε, χαρακτήρα, δίχως να λαμβάνει υπ’ όψιν της την ευρύτερη γειτονιά, τις απαιτήσεις μιας πολυπληθούς πόλης, η οποία, ταυτόχρονα, έχει τη θεόσταλτη τύχη να λούζεται από το αττικό φως. Στη μικρή εικόνα, τα πράγματα είναι έτι χειρότερα: προσόψεις διαμερισμάτων, σε παλαιότερα συγκροτήματα, με δικά τους χρώματα, δικές τους τέντες, μέχρι και δικά τους κάγκελα.

Αυτές τις σκέψεις κάνω καθώς περπατώ στην Ιωάννου Δροσοπούλου στην Κυψέλη, μια γειτονιά πλήρης αστικών ερεθισμάτων και παραμυθίας. Στην προσωπική μου αθηναϊκή μυθολογία, η Διδότου θα μπορούσε να είναι το «σπίτι» μου και η Δροσοπούλου το «εξοχικό» μου – είναι δύο δρόμοι που ορίζουν, στη δική μου σκέψη, την Αθήνα, την πόλη που υπήρξε και κάπου χάθηκε. Χάθηκε, όμως, τελικά;

Ενα μεγάλο τμήμα της αρχιτεκτονικής ιστορίας του περασμένου αιώνα απλώνεται σε όλο το μήκος της κυψελιώτικης αρτηρίας. Ο μοντερνισμός σού χτυπάει το κουδούνι, ένας αδιόρατος νεοκλασικισμός ευωδιάζει τον περίπατο, ενώ μια συστοιχία δέντρων σού θυμίζει ότι αυτή η πόλη έχει το πράσινο που της αξίζει. Τα καταστήματα παραμένουν σκοτεινά, ο κοινόχρηστος φωταγωγός της Δροσοπούλου είναι φτωχός, η σχετική στενότητα του δρόμου δεν επιτρέπει ολόφωτες σκέψεις. Κι όμως· το φυσικό φως που κατορθώνει να διαπεράσει τα κτίρια και τα δέντρα αποκαλύπτει την εσωτερική θερμοκρασία του κατοίκου, του επισκέπτη, του καθημερινού flaneur. Η Δροσοπούλου έχει μερικές από τις ωραιότερες εισόδους πολυκατοικιών της Αθήνας. Ξύλο, μάρμαρο, σίδερο, δέρμα, οι χώροι υποδοχής ανασυστήνουν την προσπάθεια αστικοποίησης μιας γειτονιάς που φτιάχτηκε για να λειτουργήσει, εκούσα άκουσα, ως μια κάποια πυξίδα εξαστικοποίησης της πρωτεύουσας, ένα λιμάνι που δεχόταν τα κύματα του ορμητικού ωκεανού της αστυφιλίας των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Ο μακρύς δρόμος που ενώνει την Ευελπίδων και την Κοδριγκτώνος με τη λεωφόρο Γαλατσίου, αυτή η νοητή πολεοδομική και ατμοσφαιρική συνέχεια της υπέροχης οδού Μαυρομματαίων, διατρέχει όλα τα στάδια της αστικής θερμοκρασίας: από τα δέκατα των Ιθάκης – Κεφαλληνίας – Αγίου Μελετίου στον πυρετό των Μηθύμνης – Φωκίωνος Νέγρη – Λέλας Καραγιάννη και από εκεί στην υποθερμία των Κοντού – Γρηγοροβίου – Σπύρου Λάμπρου.

Δεν χρειάζεται πολλή προσπάθεια για να «χρησιμοποιήσουμε» την πόλη. Μερικές βόλτες, λίγες στάσεις, δυο-τρεις σκέψεις ήσυχες και μερικές φωτογραφίες για να θυμόμαστε, την επόμενη φορά που θ’ αποπειραθούμε να ξαναμάθουμε την πόλη, ότι η Αθήνα είναι εδώ, μας περιμένει κάθε μέρα, μας ζητεί να τη μεταχειριστούμε όπως της αξίζει: με την ανατροφοδότηση των προσωπικών μας μυθολογιών· τελικά, της αστικής μας «παραμύθας».

Αυτά τα λίγα χρειάζονται για το πρώτο βήμα επανάκτησης της γειτονιάς, όποιας γειτονιάς, για να αναβιώσει η πόλη· κι εμείς μαζί της.