ΠΟΛΗ

Ενα σουβλάκι με πίτα και «απ’ όλα»…

ena-soyvlaki-me-pita-kai-ap-ola-amp-8230-2164656

Β​​​​γήκα να ξεθολώσω, λοιπόν, και πέρασα από τον Διόνυσο, το εστιατόριο της Πλατείας Αγίου Γεωργίου στην Κυψέλη που έχει και γύρο – μια φορά τον μήνα με πιάνει η μανία να φάω σουβλάκι. Εβλεπα πάνω από την ψησταριά παλιά σελίδα περιοδικού καπνισμένη από αποθρώσκον λίπος χρόνων και χρόνων: κάποτε το σουβλάκι του Διόνυσου είχε ανακηρυχθεί το καλύτερο της Αθήνας. Παραμένει εξαιρετικό, “με απ’ όλα” ζήτησα. Οταν αμαρτάνεις, πρέπει να φθάνεις ώς τον πάτο· είναι σαν το σεξ: μετρημένο, τι νόημα έχει;».

Μόλις έφθασε στα χέρια μου φρέσκο φρέσκο το καινούργιο βιβλίο του καθηγητή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, ερευνητή στο ΕΚΚΕ και αρθρογράφου επί πολλά χρόνια σε περιοδικά και εφημερίδες Δημήτρη Κ. Ψυχογιού, «Γευστικές αναμνήσεις» (εκδ. Επίκεντρο), άρχισα βουλιμικά να το ξεφυλλίζω. Ο,τι έχει να κάνει με ιστορίες γεύσεων με τραβάει σαν μαγνήτης, πόσο μάλλον όταν πρόκειται για βιώματα, αναμνήσεις πικρές, τρυφερές χαρούμενες ή και επώδυνες, από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα, που συνδέονται με φαγητά, γλυκά, ποτά, ταξίδια, έρωτες, ξενύχτια, παγκόσμιες μητροπόλεις, χωριά και φυσικά αγαπημένα πρόσωπα.

Στη συγκεκριμένη ιστορία, αυτή η έξοδος του συγγραφέα για σουβλάκι με πίτα, το οποίο έσταξε αφήνοντας στα ρούχα του έναν μεγάλο λεκέ, μιας και η λαδόκολλα δεν είχε διπλωθεί στεγανά, τον γύρισε χρόνια πίσω, σε μια ηλιόλουστη Κυριακή Σεπτεμβρίου στο Μοναστηράκι.

Ντυμένος με το καλοσιδερωμένο κάτασπρο πουκάμισό του, ήταν έτοιμος να συναντήσει τη Ζωή, «έρωτα των καλοκαιριών», όταν έκανε το λάθος να φάει σουβλάκι και το βαμμένο κόκκινο από ντοματένια σάλτσα λίπος του σουτζουκιού έσταξε πάνω στο ολόλευκο πουκάμισο, γεμίζοντάς τον με απελπισία. Τη συνέχεια την αφήνω στους αναγνώστες να την ανακαλύψουν, μαζί με τις υπόλοιπες ιστορίες για το σπαγγέτι πέστο αλά Γκουίντο-Γκράμσι, τα στραγάλια και τους έρωτες της Μεγάλης Παρασκευής, τα πούρα και τα κονιάκ στο Σαβόι.

Το βιβλίο του Δ. Ψυχογιού μου θύμισε την ηρωίδα της Ευγενίας Φακίνου στο βιβλίο της «Για να δει τη θάλασσα». Δεν θυμάται ποια είναι και από πού έρχεται, ούτε καν το όνομά της. Το μόνο που θυμάται είναι να μαγειρεύει. Και σε ένα ταβερνείο του Κολωνού, ανακατεύοντας μπαχάρια και ανασύροντας συνταγές ξεχασμένων φαγητών, προσπαθεί να ξαναχτίσει τη μνήμη της, να ξαναβρεί τη χαμένη της ταυτότητα.

Η γεύση έχει μνήμη. Η μνήμη έχει γεύση. Είναι ο ασφαλέστερος δρόμος να ανακαλέσεις στιγμές και συναισθήματα. Είναι Κυριακή, πλησιάζουν Χριστούγεννα. Τι θυμάμαι; Μυρωδιά βούτυρου και ζάχαρη άχνη σκορπισμένη στο μωσαϊκό της κουζίνας του πατρικού…