ΠΟΛΗ

Ενα παλάτσο με χτισμένη πόρτα στην οδό Δεληγιώργη

ena-palatso-me-chtismeni-porta-stin-odo-deligiorgi-2222117

​​Βάδιζα στην οδό Δεληγιώργη, εκεί όπου η ανάσα της Ομόνοιας φθάνει ακόμη και στα υπόγεια, και ένιωθα αποκαμωμένος καθώς ήμουν στο τέλος μιας μεγάλης βόλτας περιμετρικά της πλατείας Καραϊσκάκη. Είχα περπατήσει σε στενά που με κέντριζαν λόγω ονόματος, όπως η οδός Κοδράτου, η οδός Πηνελόπης ή οδός Πέρδικα, δρομάκια που είναι λεπτά αγγεία στο σώμα της Αθήνας. Και είχα περπατήσει και σε στενά που με κράτησαν λίγο παραπάνω, όπως η οδός Κολωνού, στη σκιά του ξενοδοχείου Stanley, γιατί εκεί κοντοστάθηκα μπροστά σε ένα μονώροφο νεοκλασικό στον αριθμό 73. Είχε τα παράθυρα καρφωμένα και την πόρτα χτισμένη ώς πάνω. Και το αέτωμα, που άλλοτε στεφάνωνε την αφανή πλέον εξώθυρα, ήταν ξεφτισμένο και ταπεινωμένο.

Περπατούσα με όλες αυτές τις εικόνες ανάκατες και αυτόνομες ταυτόχρονα. Συνέχιζα προσεγγίζοντας την Ομόνοια διά της πλαγίας οδού. Στη Δεληγιώργη μου ήρθε στον νου η φωτογραφία του Ντμίτρι Κέσελ από τον Δεκέμβριο του 1944, όταν ανάμεσα σε τόσα είχε φωτογραφίσει και τη γωνία Δεληγιώργη και Αγησιλάου. Και μου ήρθε στο μυαλό η φωτογραφία αυτή γιατί, αν μπορούσε να τη δει κανείς χωρίς το ιστορικό της υπόβαθρο, θα εστίαζε στη σειρά των νεοκλασικών σπιτιών, που πριν από 70 χρόνια διέσωζαν την αστική πυκνότητα που εκείνη η περιοχή γύρω από την Ομόνοια και την πλατεία Κουμουνδούρου είχε κατακτήσει ήδη από τα τελευταία χρόνια του Οθωνα. Εφερνα στον νου τη φωτογραφία εκείνη και κοιτούσα το σημερινό περιβάλλον. Τα λίγα σπίτια που επιζούσαν από τον εξαστισμό του 1860 και του 1880 τα εντόπιζε κανείς αμέσως, όπως την οικία Κουτσογιάννη, έργο του Παναγή Κάλκου. Αλλά εκεί που περπατούσα επί της Δεληγιώργη, αυτόν τον δρόμο που πριν από 130 χρόνια ήταν πυκνός σε αστικό συμβολισμό, το βλέμμα μου έπεσε στα δύο συνεχόμενα ερειπωμένα νεοκλασικά σπίτια στους αριθμούς 16 και 18. Τα είχα ξαναδεί αλλά ήταν η στιγμή την ώρα που τα προσπερνούσα, ήταν το φως, ήταν η διάθεσή μου, που το βλέμμα που τους έριξα αυτήν τη φορά ήταν διαφορετικό. Είναι όπως συμβαίνει και με τους ανθρώπους, έτσι αυτή τη φορά σταμάτησα μπροστά σε αυτά τα σπίτια και στάθηκα βουβός και πλήρως απορροφημένος. Το σπίτι στον αριθμό 18 έχει ίχνη από οικόσημα και θυρεούς, σαν νεομπαρόκ πειράματα στον σοβά, και η στέγη έχει πέσει τελείως. Απλώς έστεκε, σαν υποβασταζόμενο, ένα πέτρινο σκηνικό μιας αθηναϊκής φαντασίας.

Ηταν όμως το διπλανό σπίτι, στον αριθμό 16, αυτό που με μαγνήτισε. Αίφνης, έβλεπα στη ρυθμολογία του μία πρόσοψη σε τελειότητα, με απολύτως ζυγισμένη και εσωτερικευμένη αρμονία, ένα σπίτι σχεδιασμένο τον 19ο αιώνα από κάποιον μάστορα υψηλής αισθητικής, ευφυΐας και γνώσης. Εστεκα και κοιτούσα τα ψήγματα χρώματος στο εσωτερικό του όπως αχνοφαίνονταν μέσα από την εξώθυρα που έχασκε, βαθιές ερυθρές λάμψεις μέσα σε ένα παγωμένο σκοτάδι. Και να που, και εδώ, όπως και στην οδό Κολωνού, στεκόμουν μπροστά σε ένα σπίτι με την πόρτα του χτισμένη και τα διαδήματά του αποκαθηλωμένα. Μόνο που εδώ, στην περίπτωση της Δεληγιώργη 16, ένιωθα την αύρα ενός παλάτσο, στην ακτίνα της Ομόνοιας, ένα σπίτι που απέπνεε τη μοναξιά ενός ιταλικού έργου τέχνης, καθώς, άγνωστο γιατί, στο μυαλό μου έρχονταν εικόνες από Βισκόντι και αχανείς αίθουσες με βελούδινες κουρτίνες και μπαρόκ πορτρέτα. Ερχονταν στον νου μουσικές προκλασικές, μέγαρα στο ύφος του μανιερισμού, σιωπές και κραδασμοί χωνεμένοι σε κλιμακοστάσια, ημιυπόγεια και ψηλοτάβανες, μισοσκότεινες κρεβατοκάμαρες. Ενιωθα την ισχύ του αθηναϊκού κλασικισμού, το αποτύπωμά του σε ωριμότητα, και ενώ το έβλεπα σε πλήρη κατάρρευση μπορούσα χωρίς δυσκολία να το ανασυνθέσω. Σε λίγα βήματα, είχα κιόλας βγει στην Αγίου Κωνσταντίνου. Και οι εικόνες άρχισαν να ξεφτίζουν.