ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Άποψη: Η επίδραση της «Mεγάλης Στασιμότητας» στο περιβάλλον

apopsi-i-epidrasi-tis-megalis-stasimotitas-sto-perivallon-561407323

Μία από τις δυσκολότερες προκλήσεις για τη μετάβαση της παγκόσμιας οικονομίας σε ένα νέο, βιώσιμο κοινωνικο-περιβαλλοντικό μοντέλο είναι η αντίστροφη σχέση μεταξύ οικονομικής μεγέθυνσης και περιβαλλοντικής σταθερότητας. Η επίτευξη των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ (Ατζέντα 2030) σε σχέση με τη φτώχια, την πείνα, την υγεία, την εκπαίδευση, την ισότητα, απαιτεί τεράστιες επενδύσεις και υψηλούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης, ειδικά στις αναπτυσσόμενες χώρες. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι η διατήρηση υψηλών ρυθμών μεγέθυνσης θα επιταχύνει την κλιματική αλλαγή και τη μείωση της βιοποικιλότητας, δημιουργώντας συνθήκες που μπορεί να οδηγήσουν σε μία ευρύτερη πλανητική οικολογική κατάρρευση. 

Η υπαρξιακή αυτή πρόκληση έδωσε ώθηση τα τελευταία χρόνια στο επιστημονικό παράδειγμα της μετά-μεγέθυνσης (post-growth). Κοινός τόπος των επιστημονικών αυτών προσεγγίσεων είναι ότι η επιστροφή στη περιβαλλοντική βιωσιμότητα προϋποθέτει τη μείωση των ρυθμών μεγέθυνσης της παγκόσμιας οικονομίας. Μπορούμε, ωστόσο, να επιτύχουμε κοινωνικο-περιβαλλοντική βιωσιμότητα σε συνθήκες μειούμενων ρυθμών μεγέθυνσης; Δεδομένου ότι δεν υπάρχει πρόσφατο ιστορικό προηγούμενο, ερευνητές από διαφορετικούς επιστημονικούς χώρους προσπάθησαν να αναπτύξουν μοντέλα προσομοίωσης που να μας επιτρέψουν να εκτιμήσουμε τις πιθανές κοινωνικο-περιβαλλοντικές συνέπειες ενός νέου οικονομικού καθεστώτος χαμηλών ρυθμών μεγέθυνσης. Τα αποτελέσματα αυτών των μελετών είναι σχετικά ενθαρρυντικά, αλλά, ως προσομοιώσεις της πραγματικότητας, ο βαθμός αβεβαιότητας των αναλύσεων παραμένει υψηλός.

Μία πρόσφατη έρευνά μας έρχεται να προσθέσει νέες σημαντικές πληροφορίες στο ερευνητικό αυτό πεδίο, ακολουθώντας μία διαφορετική μεθοδολογική προσέγγιση. Συγκεκριμένα, η δεκαετία που ακολούθησε την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008/09, χαρακτηρίστηκε από σημαντικά χαμηλότερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης. Ο πρώην Κυβερνήτης της Τράπεζας της Αγγλίας, Mervyn King, αναφέρθηκε στην περίοδο αυτή ως η «Μεγάλη Στασιμότητα». Σειρά επιφανών οικονομολόγων χρησιμοποίησαν τον όρο «νέα κανονικότητα» (new normal) για να αποδώσουν την ένταση και διάρκεια του φαινομένου αυτού. Η περίοδος αυτή, λοιπόν, προσφέρεται για την άντληση νέων δεδομένων και συμπερασμάτων σε «πραγματικές» και όχι «εργαστηριακές΄ συνθήκες.

Η εν λόγω έρευνα είναι μία από τις πρώτες έρευνες διεθνώς που εξετάζει τον πιθανό αντίκτυπο της «νέας κανονικότητας» των χαμηλών ρυθμών μεγέθυνσης στο περιβάλλον. Συγκεκριμένα, ερευνούμε την πιθανή επίδραση της «Μεγάλης Στασιμότητας» σε 15 περιβαλλοντικούς δείκτες που σχετίζονται με τη βιοποικιλότητα, το νερό, τα δάση, τη γεωργία και τους ατμοσφαιρικούς ρύπους. Στη θεωρία, η μείωση των ρυθμών μεγέθυνσης αναμένεται να έχει θετικό περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Η έρευνά μας καταδεικνύει ότι το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της Μεγάλης Στασιμότητας είναι μικτό – βελτιώσεις στο πεδίο των ατμοσφαιρικών ρύπων σε ορισμένες κατηγορίες χωρών συνοδεύονται από εξαιρετικά ανησυχητικές εξελίξεις στο κρίσιμο πεδίο της βιοποικιλότητας.       

Συγκεκριμένα, κατά την περίοδο της Μεγάλης Στασιμότητας παρατηρούμε μείωση της βιοποικιλότητας (δείκτης «προστατευομένων περιοχών») σε παγκόσμιο επίπεδο τόσο σε εδαφικά όσο και σε θαλάσσια οικοσυστήματα. Η μείωση της εδαφικής βιοποικιλότητας είναι εντονότερη στην Αμερικανική ήπειρο, ενώ η μείωση της θαλάσσιας βιοποικιλότητας είναι εντονότερη στην Ευρώπη. Στο πεδίο της θαλάσσιας βιοποικιλότητας παρατηρούμε επίσης μείωση στο «παγκόσμιο ιχθυοαπόθεμα» (global fish stocks), με το φαινόμενο να είναι εντονότερο στην Αφρική. Οι εξελίξεις αυτές λαμβάνουν χώρα σε ένα κοινωνικό-περιβαλλοντικό σύστημα όπου η μείωση της βιοποικιλότητας αποτελεί ήδη υπαρξιακή απειλή αντίστοιχη της κλιματικής αλλαγής. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΟΗΕ το ένα τέταρτο της χλωρίδας και πανίδας του πλανήτη απειλείται με εξαφάνιση, ενώ η καταστροφή και διάβρωση βιότοπων έχει μειώσει σημαντικά (30%) τη συνοχή των εδαφικών οικοσυστημάτων σε πλανητικό επίπεδο.  

Ακόμη όμως και στα περιβαλλοντικά πεδία όπου η Μεγάλη Στασιμότητα εμφανίζει θετικό αντίκτυπο, όπως στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα (CO2), το αποτύπωμα δεν είναι ομοιογενές και γενικευμένο σε παγκόσμιο επίπεδο. Για παράδειγμα, παρατηρούμε μειώσεις στις εκπομπές CO2 μόνο στις «πλούσιες χώρες» και κυρίως στην Ευρώπη.

Τα αποτελέσματα αυτά καταδεικνύουν ότι δεν μπορούμε να εναποθέσουμε την προσπάθεια μετάβασης του παγκόσμιου συστήματος σε ένα βιώσιμο μέλλον στον αυτόματο πιλότο των χαμηλών ρυθμών οικονομικής μεγέθυνσης. Η αύξηση των ρυθμών μεγέθυνσης σπρώχνει τη γη εγγύτερα στον γκρεμό μίας οικολογικής καταστροφής. Η μείωση ωστόσο των ρυθμών μεγέθυνσης από μόνη της δεν διασφαλίζει ένα βιώσιμο μέλλον. Αντίθετα μπορεί να συνοδευτεί και να δώσει ώθηση σε δυναμικές με αρνητικό κοινωνικο-περιβαλλοντικό αποτύπωμα. Η μετάβαση των κοινωνιών μας στη βιωσιμότητα επιβάλλει ένα διαφορετικό μοντέλο ανάπτυξης, και δεν εξαντλείται στη κατεύθυνση των ρυθμών μεγέθυνσης του υπάρχοντος μοντέλου. Η κρίση της πανδημίας είναι μία μοναδική ευκαιρία να οικοδομήσουμε αυτό το νέο μοντέλο. Μπορεί συνάμα να είναι και η τελευταία ευκαιρία που έχουμε για να αποφύγουμε μία πλανητική οικολογική καταστροφή.

* Ο κ. Ανδρέας Αντωνιάδης είναι Αναπληρωτής Καθηγητής και Κύριος Ερευνητής του Προγράμματος «Οικονομικές Κρίσεις και Περιβαλλοντική Βιωσιμότητα» στο Πανεπιστήμιο Σάσσεξ (Αγγλία).

Η έρευνα έχει χρηματοδοτηθεί από το Sussex Sustainability Research Programme και είναι διαθέσιμη στην αγγλική γλώσσα εδώ