ΥΓΕΙΑ

«Είμαι καλά; Πεθαίνω; Δεν πεθαίνω;»

1--163

Σε μία εύθραυστη ισορροπία βρίσκεται η χώρα μας όσον αφορά την αντιμετώπιση του έιτζ. Από τη μία, ο αριθμός των νέων λοιμώξεων από τον ιό φαίνεται να σταθεροποιείται στα «φυσιολογικά», προ της μεγάλης έξαρσης της περιόδου 2011-2013, επίπεδα. Από την άλλη, η επιδείνωση των συνθηκών διαβίωσης των χρηστών ενδοφλέβιων ουσιών στο κέντρο της Αθήνας και οι «εκπτώσεις» στα προγράμματα παρέμβασης σε αυτόν τον πληθυσμό απειλούν ανά πάσα στιγμή να ανατρέψουν ξανά την εικόνα.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΚΕΕΛΠΝΟ, τους δέκα πρώτους μήνες του 2018, διαγνώστηκαν και δηλώθηκαν στο ΚΕΕΛΠΝΟ 540 περιστατικά λοίμωξης από τον ιό του έιτζ (ΗΙV) που αποδίδονται κυρίως στην απροφύλακτη σεξουαλική επαφή –στο 60,74% των περιπτώσεων–, και κυρίως μεταξύ των ανδρών. Το 2017 δηλώθηκαν συνολικά (και τους 12 μήνες) 628 νέα περιστατικά, ή 5,8 ανά 100.000 πληθυσμού –αναλογία που σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας είναι ακριβώς στον μέσον όρο των χωρών της Ε.Ε.–, και το 2016 644. Υπενθυμίζεται ότι το διάστημα 2011-2013 καταγράφηκε ραγδαία εξάπλωση του ιού μεταξύ των χρηστών ναρκωτικών ουσιών της Αθήνας, και είναι ενδεικτικό ότι το 2012, έτος κατά το οποίο κορυφώθηκε η επιδημία, είχαν δηλωθεί στο ΚΕΕΛΠΝΟ 1.157 περιστατικά (10,4 ανά 100.000 πληθυσμού).

Πάντως, το δεκάμηνο του 2018 παρατηρήθηκε μια μικρή αύξηση των νέων διαγνώσεων που σχετίζονται με τη χρήση ενδοφλέβιων ναρκωτικών ουσιών, γεγονός που ξύπνησε «μνήμες» της πρόσφατης επιδημίας. Ειδικότερα, από τις αρχές του έτους έως το τέλος Οκτωβρίου, το 16,8% των νέων διαγνώσεων αφορούσε χρήστες ναρκωτικών, έναντι 13,9% που ήταν πέρυσι, 15,5% το 2016 και 12,3% το 2015. Οπως ανέφερε στην «Κ» ο καθηγητής επιδημιολογίας και Προληπτικής Ιατρικής του Εργαστηρίου Υγιεινής Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ) κ. Αγγελος Χατζάκης, «προς το παρόν η μικρή αυτή αύξηση δεν μπορεί να ερμηνευθεί και δεν υπάρχουν ακόμα ενδείξεις που να μας δίνουν την εντύπωση ότι ξεκινάει ξανά επιδημία. Ομως, η αλήθεια είναι ότι οι χρήστες στους δρόμους της Αθήνας είναι αφημένοι στην τύχη τους και ουδείς έχει ασχοληθεί πραγματικά με αυτό το πρόβλημα». Οπως κατέδειξαν τα δύο προγράμματα «Αριστοτέλης» (2012-2013 και 2018) του Εργαστηρίου Υγιεινής, Επιδημιολογίας και Ιατρικής Στατιστικής του ΕΚΠΑ, από το 2013 έως σήμερα έχει μειωθεί σημαντικά το ποσοστό των χρηστών στο κέντρο της Αθήνας που έλαβαν δωρεάν σύριγγες μέσω προγραμμάτων μείωσης της βλάβης, από 61% το 2013 σε 43% το 2018, αλλά και το ποσοστό όσων ελέγχθηκαν για έιτζ, από 94% σε 77%.

Σύμφωνα με τον κ. Χατζάκη, ένα βασικό πρόβλημα που καταγράφεται σε αυτόν τον πληθυσμό είναι η μη μόνιμη στέγη, την οποία αντιμετωπίζει πλέον ένας στους τρεις χρήστες στο κέντρο της Αθήνας και στην οποία προσκρούει κάθε προσπάθεια για παρέμβαση. «Οταν κάποιος δεν έχει πού να μείνει, το τελευταίο που θα σκεφθεί είναι να προσεγγίσει υπηρεσίες υγείας για να εξεταστεί», αναφέρει ο καθηγητής και προσθέτει, «πρέπει να σημειωθεί ότι διαχρονικά, οι συμπεριφορές υψηλού κινδύνου από αυτόν τον πληθυσμό δεν βελτιώνονται». Είναι άλλωστε χαρακτηριστικό ότι ένας στους τέσσερις χρήστες έχει κάνει κοινή χρήση σύριγγας τον τελευταίο χρόνο.

Η ενημέρωση

Σύμφωνα με τον καθηγητή, στα θετικά είναι ότι έχει βελτιωθεί σημαντικά η ενημέρωση του συγκεκριμένου πληθυσμού για τις θεραπείες, αν και η πρόσβαση των χρηστών ειδικά στα νοσοκομεία παραμένει δύσκολη.

Την ίδια στιγμή, σε μόνιμη αβεβαιότητα για το εάν θα γίνουν ή όχι οι εξετάσεις τους και συνεπώς σε ποια κατάσταση είναι η υγεία τους, βρίσκονται τα τελευταία χρόνια οι οροθετικοί που λαμβάνουν αντιρετροϊκή αγωγή. Αιτία είναι οι κατά καιρούς ελλείψεις αντιδραστηρίων για τη διενέργεια εξετάσεων μέτρησης ιικού φορτίου –απαραίτητες στην παρακολούθηση των οροθετικών–, που καταγράφονται στα τέσσερα Κέντρα Αναφοράς Ρετροϊών που λειτουργούν στη χώρα μας (ΕΚΠΑ, Εθνική Σχολή Δημόσιας Υγείας, ΑΠΘ και Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Ρίο), και οι οποίες έχουν ως αποτέλεσμα συχνά να μη γίνονται οι εξετάσεις «ρουτίνας» και να εξετάζονται μόνο τα υπερεπείγοντα περιστατικά. Το πρόβλημα αφορά τις καθυστερήσεις στους διαγωνισμούς για την αγορά αντιδραστηρίων από τα Κέντρα Αναφοράς Ρετροϊών. Η λύση που είχε υποσχεθεί από το περασμένο καλοκαίρι το υπουργείο Υγείας για την ενεργοποίηση ψηφιακής πλατφόρμας από τον ΕΟΠΥΥ για τη συνταγογράφηση παραπεμπτικών η οποία θα διασφαλίζει την ανωνυμία των οροθετικών, ώστε αυτοί να κάνουν τις εξετάσεις σε ιδιωτικά εργαστήρια, ακόμα δεν έχει υλοποιηθεί. Για τα περίπου 10.300 οροθετικά άτομα που ζουν στη χώρα μας η αναμονή για εξετάσεις είναι «τοξική». Οπως ανέφερε οροθετικός στην «Κ» ο οποίος παρακολουθείται σε μεγάλο νοσοκομείο της Αθήνας, «δεν μπορώ να ξέρω σε τι φάση είμαι. Πιάνουν τα φάρμακα; Είμαι καλά; Πεθαίνω; Δεν πεθαίνω;».

Εν μέρει αποκατάσταση

Πάντως, σε αυτή τη δεδομένη χρονική στιγμή το πρόβλημα τουλάχιστον στο Κέντρο Αναφοράς Ρετροϊών του ΕΚΠΑ –το μεγαλύτερο που λειτουργεί στη χώρα και δέχεται 8.000 με 10.000 δείγματα ετησίως– έχει αποκατασταθεί. Κανείς όμως δεν μπορεί να πει με σιγουριά ότι δεν θα εμφανιστούν ξανά ελλείψεις. Οπως ανέφερε στην «Κ» ο πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης και Αντιμετώπισης του έιτζ, παθολόγος-λοιμωξιολόγος Μάριος Λαζανάς, «οι εξετάσεις για τη μέτρηση ιικού φορτίου στους οροθετικούς το τελευταίο διάστημα γίνονται στην Αθήνα, αλλά με μεγάλη καθυστέρηση και για δείγματα που λαμβάνονται από τον Ιούνιο και μετά. Υπάρχει μία εν μέρει αποκατάσταση για την Αθήνα, ωστόσο εξ όσων γνωρίζω υφίσταται ακόμα πρόβλημα στη Θεσσαλονίκη». Οι συχνές ελλείψεις σε αντιδραστήρια για τις εξετάσεις των οροθετικών οδηγούν σε «σπατάλη». «Χρήματα ξοδεύονται για το έιτζ και ξοδεύονται άσκοπα», σημειώνει ο κ. Λαζανάς, εξηγώντας ότι σε αρκετές περιπτώσεις οι γιατροί καταφεύγουν σαν λύση με μεγαλύτερη συχνότητα σε άλλες εξετάσεις (π.χ. για τον αριθμό CD4 κυττάρων ο οποίος δείχνει πόσο δυνατό είναι το ανοσοποιητικό σύστημα του οροθετικού), που όμως δεν δίνουν σαφή εικόνα για το στάδιο και την προοπτική της ασθένειας.