ΥΓΕΙΑ

Πιο ευάλωτοι στην COVID-19 οι «θεριακλήδες»

gkka_18_3105_page_1_image_0002

Την άκρως επικίνδυνη «συμμαχία» καπνίσματος και κορωνοϊού αποκαλύπτουν όλο και περισσότερες έρευνες, καθιστώντας την Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καπνίσματος πριν από λίγα 24ωρα πιο επίκαιρη από ποτέ. Σε αυτά που ήδη γνωρίζουν οι ειδικοί επιστήμονες για τη στενή σχέση των αναπνευστικών λοιμώξεων με το κάπνισμα προστίθενται και ενδείξεις για νέους μηχανισμούς, που ευνοούν την είσοδο του SARS-CoV-2 στον οργανισμό των καπνιστών, ενώ πληθαίνουν οι έγκυρες επιστημονικές μελέτες που καταδεικνύουν ότι το κάπνισμα είναι ένας σοβαρός παράγοντας για αρνητική κατάληξη των ασθενών με κορωνοϊό. Η πανδημία και η ανατροπή που προκάλεσε σε πολλές διαστάσεις της κοινωνικής ζωής «πήγε πίσω» την προσπάθεια πολλών για διακοπή του καπνίσματος. Οι δε αμφιβόλου επιστημονικής αξιοπιστίας υποθέσεις για προστατευτική δράση της νικοτίνης αποτέλεσαν το άλλοθι για όσους δεν θέλουν να απαλλαγούν από αυτήν τη συνήθεια.

Οπως ανέφερε στην «Κ» η επίκουρη καθηγήτρια Πνευμονολογίας της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ, συντονίστρια ομάδας λοιμώξεων της Ελληνικής Πνευμονολογικής Εταιρείας και τέως πρόεδρος της ομάδας διακοπής καπνίσματος και ιατρικής εκπαίδευσης της Ευρωπαϊκής Πνευμονολογικής Εταιρείας, Παρασκευή Κατσαούνου, «οι μεγαλύτερες μελέτες σε αξιόπιστα επιστημονικά περιοδικά καταδεικνύουν περίτρανα αυτό που υποψιαζόμασταν και αυτό που, άλλωστε, βλέπουμε και σε άλλες λοιμώξεις του κατώτερου αναπνευστικού. Οτι δηλαδή οι καπνιστές ασθενείς είχαν χειρότερη έκβαση από ασθενείς που δεν κάπνιζαν, γεγονός που τους κατατάσσει στις ομάδες κινδύνου για σοβαρή νόσηση από COVID-19».

Η μελέτη

Ενδεικτικά είναι τα αποτελέσματα μελέτης που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο The New England Journal of Medicine και η οποία εξέτασε τις περιπτώσεις 8.910 ασθενών με COVID-19 που νοσηλεύτηκαν σε 169 νοσοκομεία σε Ασία, Ευρώπη και Βόρεια Αμερική. Οπως αποδείχθηκε, ένας από τους παράγοντες για αυξημένη πιθανότητα θανάτου των ασθενών ήταν και το κάπνισμα. Το ποσοστό θνητότητας μεταξύ των καπνιστών ασθενών ήταν 9,4% έναντι 5,6% των μη καπνιστών, που σημαίνει ότι οι καπνιστές ασθενείς έχουν 79% περισσότερες πιθανότητες να καταλήξουν. Οι ασθενείς με ΧΑΠ ή στεφανιαία νόσο, παθήσεις που έχουν άμεση σχέση με το κάπνισμα, είχαν 196% και 170% μεγαλύτερες πιθανότητες να καταλήξουν από ασθενείς που δεν είχαν αυτές τις παθήσεις.

Στην Ελλάδα είναι σε εξέλιξη μια προσπάθεια συλλογής στοιχείων από νοσηλευομένους σε νοσοκομεία αναφοράς (Ευαγγελισμός, Σωτηρία, Αττικόν και Παμμακάριστος). «Από τα μέχρις στιγμής δεδομένα 300 νοσηλευομένων προέκυψε ότι το 52% ήταν μη καπνιστές και το 48% ήταν καπνιστές ή πρώην καπνιστές. Για να βγάλουμε συμπεράσματα θα εξετάσουμε την έκβαση της υγείας των καπνιστών και των μη καπνιστών», σημειώνει η κ. Κατσαούνου. Σύμφωνα με την ίδια, αποτελεί εμπεριστατωμένη γνώση ότι το κάπνισμα βλάπτει τους αμυντικούς μηχανισμούς του πνεύμονα, ενώ οι καπνιστές φαίνεται να έχουν αυξημένο –σε σχέση με τους μη καπνιστές– τον υποδοχέα 2 του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίσης (ACE2), που αποτελεί την «πόρτα» για να εισβάλει ο κορωνοϊός στον οργανισμό.

Στις παράπλευρες απώλειες του «πολέμου» με τον κορωνοϊό ήταν και οι προσπάθειες για διακοπή του καπνίσματος. «Τα τακτικά εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων σταμάτησαν να δέχονται πολίτες και η πρόσβαση στα ιατρεία διακοπής καπνίσματος μηδενίστηκε», επισημαίνει η κ. Κατσαούνου. Και προσθέτει: «παράλληλα, προβλήθηκαν από τον Τύπο ανακοινώσεις ότι η νικοτίνη πιθανόν προστατεύει από τον κορωνοϊό, κάτι που δεν έχει αποδειχθεί. Μια υπόθεση που “μέλλει” να αποδειχθεί, δημοσιευμένη από ερευνητές με ιστορικό επαφών με την καπνοβιομηχανία, παρουσιάστηκε ως δεδομένο, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί σύγχυση στο κοινό. Ετσι, όταν προσπαθούσαμε να πούμε σε συγγενείς ασθενών που επισκέπτονταν το νοσοκομείο ή σε εργαζομένους να μην καπνίζουν, συχνά γύριζαν και μας έλεγαν “αφού προστατεύει από τον κορωνοϊό”. Ακόμη και στην περίπτωση που κάτι τέτοιο αποδειχθεί μελλοντικά, επ’ ουδενί δεν συνεπάγεται ότι η χορήγηση της νικοτίνης θα πρέπει να γίνεται μέσω καπνικών προϊόντων».

«Αυτό το διάστημα των 2-3 μηνών η πανδημία μάς πήγε πίσω. Η χρήση καπνού μάλλον αυξήθηκε. Τώρα που έχουμε ηρεμήσει λίγο, είναι χρυσή ευκαιρία να επιστρέψουμε στην προσπάθεια, ώστε να μας βρει άκαπνους και άρα με ισχυρότερο αναπνευστικό σύστημα τυχόν δεύτερο κύμα της νόσου», τονίζει η κ. Κατσαούνου.