ΥΓΕΙΑ

Μαθαίνουμε από αυτούς που νόσησαν από κορωνοϊό – Κορυφαίοι γιατροί μιλούν στην «Κ»

doc20200626--2
giatrossstoli

Η πλειονότητα των ατόμων που μολύνονται από τον SARS-CoV-2 δεν νοσούν σοβαρά. Οκτώ στους δέκα δεν θα χρειαστούν νοσηλεία και από τους υπόλοιπους μόνο το 5% θα χρειαστεί διασωλήνωση. Κατά μέσον όρο οι ασθενείς με COVID-19 που χρειάστηκε να εισαχθούν σε ΜΕΘ στη χώρα μας παρέμειναν στο νοσοκομείο 4 έως 6 εβδομάδες. Για ορισμένους από τους ασθενείς που εξήλθαν του νοσοκομείου η περιπέτεια δεν σταματάει εδώ, αφού συμπτώματα όπως χρόνια κόπωση, μειωμένη αναπνευστική λειτουργία και μυαλγίες μπορεί να αργήσουν να υποχωρήσουν. Επιπλέον, πολλοί θα εμφανίζουν, μετατραυματικό στρες με τον φόβο μιας νέας νοσηλείας να μην τους αφήνει να κοιμηθούν τα βράδια.

Οι γιατροί που έδωσαν μάχες το προηγούμενο διάστημα με τον ιό, στρέφουν την προσοχή τους στην παρακολούθηση των ασθενών που ανέρρωσαν, ελπίζοντας να μάθουν ακόμα περισσότερα σχετικά με τον «εχθρό», κάτι που θα βοηθήσει σημαντικά στον πόλεμο που όπως όλα δείχνουν δεν τελείωσε ακόμα.

«Κατά τη διάρκεια της πανδημίας η πρώτη προτεραιότητά μας ήταν να θεραπεύσουμε τους ασθενείς με COVID-19. Τώρα που τα κρούσματα έχουν ελαττωθεί μπαίνουμε στη λογική να παρακολουθήσουμε αυτούς που έλαβαν εξιτήριο, για την περαιτέρω εξέλιξη της υγείας τους. Και αυτό διότι έχουμε βάσιμες υποψίες για μακροπρόθεσμες συνέπειες στον οργανισμό από τη συγκεκριμένη λοίμωξη», σημειώνει στην «Κ», ο καθηγητής και διευθυντής της Γ΄ Παθολογικής Κλινικής της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ στο νοσοκομείο «Σωτηρία» Κωνσταντίνος Συρίγος. Οπως σημειώνει ο ίδιος, «αυτό το στηρίζουμε στην εμπειρία από την επιδημία του SARS του 2003, όπου φάνηκε ότι μόνο το 80% όσων είχαν νοσήσει μπόρεσε να επιστρέψει πλήρως λειτουργικό στην εργασία του ένα χρόνο μετά την λοίμωξη, ενώ το 40% συνέχιζε να εμφανίζει σύνδρομο χρόνιας κόπωσης 3,5 χρόνια μετά τη νόσηση». Και με τον SARS-CoV-2 έχουν καταγραφεί περιπτώσεις ασθενών με έκπτωση της αναπνευστικής και της νεφρικής λειτουργίας η οποία δεν επανήλθε πλήρως μετά την έξοδο από το νοσοκομείο.

«Κάποιοι ασθενείς που έχουν λάβει εξιτήριο εμφανίζουν μειωμένη αναπνευστική λειτουργία, χρόνια κόπωση και μυϊκούς πόνους που μπορεί να επιμένουν, ενώ κάποιοι ασθενείς που βίωσαν διαταραχές της γεύσης και της όσφρησης συνεχίζουν να έχουν αυτά τα συμπτώματα για πολλές εβδομάδες. Υπάρχει μία επιβράδυνση στην επιστροφή στην κανονική νεφρική λειτουργία και για ορισμένους ασθενείς μία υπολειμματική καρδιολογική βλάβη. Eπειδή ο SARS-CoV-2 φαίνεται να κάνει πολλά θρομβοεμβολικά επεισόδια είναι σημαντική και η αξιολόγηση της λειτουργίας του κεντρικού νευρικού συστήματος των ασθενών στο πλαίσιο της μετά τη νοσηλεία τους παρακολούθησης», επισημαίνει ο κ. Συρίγος.

Στο «Σωτηρία»

Εδώ και περίπου δύο εβδομάδες στο νοσοκομείο «Σωτηρία» και στο πλαίσιο της Γ΄ Πανεπιστημιακής Παθολογικής Κλινικής έχει ξεκινήσει η λειτουργία ενός πολυδύναμου εξωτερικού ιατρείου στο οποίο συμμετέχουν γιατροί πολλών ειδικοτήτων. Δύο φορές την εβδομάδα δέχεται πρώην νοσηλευόμενους ασθενείς του κορωνοϊού. «Είναι νωρίς ακόμα για να εξαχθούν συμπεράσματα στους δικούς μας ασθενείς για τις μακροχρόνιες επιπτώσεις του ιού. Αλλωστε υπάρχουν δύο κατηγορίες ασθενών. Αυτοί που αφού πάρουν εξιτήριο θα συνεχίσουν να έχουν συμπτώματα τα οποία θα βελτιώνονται αργά ή και καθόλου, και όσοι έχουν αποθεραπευτεί πλήρως και μπορεί να επανεμφανίσουν συμπτώματα όπως χρόνια κόπωση, μυϊκούς πόνους και κεφαλαλγία ακόμα και μετά πολλές εβδομάδες. Δεν γνωρίζουμε ακριβώς για ποιο λόγο γίνεται αυτό. Μπορεί να είναι ενεργοποίηση εκ νέου μιας λοίμωξης που ήταν ατελώς θεραπευθείσα, ή επιλοίμωξη με άλλο ιό ή μικρόβιο λόγω μειωμένου αμυντικού μηχανισμού του ασθενούς».

Στην Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική του νοσοκομείου Ρίου, συνολικά 65 ασθενείς που είχαν νοσηλευτεί λόγω COVID-19 έλαβαν εξιτήριο. Το ένα τρίτο αυτών έχει ήδη μπει σε πρόγραμμα παρακολούθησης από την κλινική, με πλήρη κλινικό και εργαστηριακό έλεγχο. Ο καθηγητής παθολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών και διευθυντής της κλινικής κ. Χαράλαμπος Γώγος, επισημαίνει στην «Κ»: «Ακτινολογικά ευρήματα στους πνεύμονες των ασθενών παραμένουν και μετά την αποθεραπεία. Αλλά δεν φαίνεται να σχετίζονται με υποκείμενα και κλινικά συμπτώματα, όπως δύσπνοια, ενώ και η σπιρομέτρηση δείχνει μία ικανοποιητική αναπνευστική λειτουργία. Επίσης φαίνεται μία καθυστέρηση στην αρνητικοποίηση των τεστ ακόμα και δύο μήνες μετά τη νόσηση». Σύμφωνα με τον κ. Γώγο, σε 3-4 ασθενείς που παρακολουθούνται στην κλινική έχει παρατηρηθεί σύνδρομο χρόνιας κόπωσης σε ήπιο βαθμό που όμως δεν συνοδεύεται με δυσλειτουργικότητα του ατόμου.

Οι ασθενείς των ΜΕΘ

Συμπτώματα και «κατάλοιπα» για κάποιο διάστημα και μετά τη νοσηλεία είναι πάντως αναμενόμενα για ασθενείς που θα νοσηλευθούν σε ΜΕΘ. Οπως επισημαίνει στην «Κ» ο ειδικός Παθολόγος Λοιμωξιολόγος επιμελητής Α΄ στην Δ΄ Πανεπιστημιακή Παθολογική Κλινική του νοσοκομείου «Αττικόν», Δρόσος Καραγεωργόπουλος, «όσοι ασθενείς βγαίνουν από τη ΜΕΘ, πέρα από τα αναπνευστικά προβλήματα και όσα μπορεί να έχει προκαλέσει ο SARS-CoV-2 σε καρδιά, συκώτι και νεφρούς, έχουν χάσει μυϊκή μάζα, ενδεχομένως να έχουν τραχειοστομία ή να έχουν περάσει και κάποια ενδονοσοκομειακή λοίμωξη που θα παρατείνει τη νοσηλεία τους. Ετσι είναι πιθανόν να χρειαστεί να ακολουθήσουν ένα πρόγραμμα αποκατάστασης για να επανέλθουν. Γενικά οι ασθενείς που νοσηλεύθηκαν σε ΜΕΘ με σοβαρές βακτηριακές λοιμώξεις έχουν μετά προβλήματα κινητικότητας και ισορροπίας λόγω απώλειας μυϊκής μάζας, αλλά και συγκέντρωσης και ψυχικής ισορροπίας λόγω της μακράς παραμονής σε νοσηλεία».

Από την παρακολούθηση των ασθενών που ανέρρωσαν από τη λοίμωξη, οι ειδικοί γιατροί ελπίζουν να μάθουν πολλά. «Μαθαίνουμε τη φυσική πορεία του νοσήματος. Μας δίνει γνώσεις που μπορούν να αξιοποιηθούν μελλοντικά για τη θεραπεία άλλων ασθενών. Εάν γνωρίζουμε ποια είναι τα συμπτώματα που παραμένουν, για πόσο διάστημα, γιατί παραμένουν και πώς μπορούμε να μειώσουμε τη διάρκειά τους, τότε αυτό θα είναι όφελος για τους μελλοντικούς ασθενείς», επισημαίνει ο κ. Συρίγος.

«Μάθαμε και μαθαίνουμε πολλά πράγματα από τους ασθενείς για τη συμπεριφορά του ιού, την αποδρομή του αλλά και την ανοσιακή τους απάντηση», προσθέτει ο κ. Γώγος και συνεχίζει «φαίνεται οι ασθενείς που είχαν νοσήσει από τον ιό να αναπτύσσουν πολύ ικανοποιητικούς τίτλους αντισωμάτων, ενώ με την περαιτέρω παρακολούθησή τους θα δούμε τη διάρκεια αυτών».

Στρες, άγχος και αϋπνίες

Εκτός από τις οργανικές μακροχρόνιες επιπτώσεις της COVID-19, αυτό που αναφέρεται συχνά από παρατηρήσεις των ειδικών ανά τον κόσμο, κυρίως από την Κίνα και την Ιταλία, είναι ότι πολλοί ασθενείς εμφανίζουν διαταραχή μετατραυματικού στρες που εκδηλώνεται συνήθως με αυξημένα επίπεδα άγχους και αϋπνίας. Είναι κάτι που έχει ήδη παρατηρηθεί και στη χώρα μας από τη μικρή προς το παρόν εμπειρία της παρακολούθησης των ασθενών που νόσησαν από τον νέο κορωνοϊό μετά την έξοδό τους από το νοσοκομείο. «Ηδη βλέπουμε ασθενείς με έντονο μετατραυματικό στρες. Μας λένε ότι φοβούνται μην ξανανοσήσουν και μην χρειαστεί να περάσουν ξανά μια μακρά νοσηλεία, ενώ αναφέρουν συχνά δυσκολία στον ύπνο», σημειώνει ο κ. Συρίγος. «Το βασικό που διαπιστώνουμε είναι ότι οι ασθενείς που έχουν περάσει τη νόσο εμφανίζουν στρες. Το παραμικρό σύμπτωμα που μπορεί να εμφανίσουν, το σχετίζουν αμέσως με τη νόσο, χωρίς αυτό να ισχύει πάντα», προσθέτει ο κ. Γώγος. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτό που τους προσθέτει μεγαλύτερο στρες είναι και το γεγονός ότι για πολλές εβδομάδες μετά τη νόσηση συνεχίζουν να έχουν θετικό τεστ έναντι του ιού, κάτι που παρατηρείται στη συγκεκριμένη νόσο. Αξίζει να σημειωθεί ότι η διαταραχή μετατραυματικού στρες είναι ένα συχνό σύνδρομο γενικά για τους ασθενείς που νοσηλεύονται σε μονάδες εντατικής θεραπείας, με τη βιβλιογραφία να αναφέρει ότι το 35% αυτών των ασθενών εμφανίζει συμπτώματα της διαταραχής ακόμα και δύο χρόνια μετά τη νοσηλεία του.