ΥΓΕΙΑ

Η μαστογραφία δεν αρκεί πάντα

i-mastografia-den-arkei-panta-2084059

Μία νέα μελέτη μπορεί να βοηθήσει ιατρούς αλλά και ασθενείς που προσπαθούν να διαχειριστούν τα αποτελέσματα της μαστογραφίας, τα οποία, ορισμένες φορές προκαλούν έντονη ανησυχία, όπως π.χ. όταν εντοπίζεται πυκνός μαστικός ιστός.

Η πυκνότητα του μαστού δεν συνδέεται μόνο με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου αλλά δυσχεραίνει τη διάγνωση της νόσου και τον εντοπισμό των καρκινικών όγκων. Ωστόσο, όπως υποδεικνύει η νέα μελέτη δεν διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου όλες οι γυναίκες που έχουν πυκνούς μαστούς.

Η εν λόγω μελέτη, η οποία δημοσιεύεται στην επιθεώρηση Annals of Internal Μedicine, υποδεικνύει ότι μόνο το 50% των γυναικών με πυκνούς μαστούς αντιμετωπίζει αυξημένο κίνδυνο και πρέπει να υποβάλλονται σε περισσότερες διαγνωστικές εξετάσεις. Αντί οι γιατροί να στηρίζονται αποκλειστικά στην πυκνότητα των μαστών, θα πρέπει να συνυπολογίζουν και άλλους παράγοντες κινδύνου πριν αποφασίσουν να υποβάλουν τη γυναίκα σε περισσότερες εξετάσεις, όπως π.χ. υπερηχογράφημα και μαγνητική τομογραφία.

Τα ευρήματα βασίζονται στην ανάλυση του ιατρικού ιστορικού 365.426 γυναικών ηλικίας από 40 ώς 74 ετών, οι οποίες υποβλήθηκαν σε μαστογραφία κατά την περίοδο 2002-2011. Οι επιστήμονες θέλησαν να διαπιστώσουν κατά πόσο μεταξύ των γυναικών με πυκνούς μαστούς υπήρχαν κάποιες που διέτρεχαν υψηλότερο κίνδυνο να αναπτύξουν καρκίνο μεσοδιαστήματος (πρόκειται για τον καρκίνο που εντοπίζεται λιγότερο από ένα χρόνο μετά την τελευταία μαστογραφία). Τέτοιου είδους κακοήθη νεοπλάσματα συνήθως εντοπίζονται με την ψηλάφηση από την ασθενή ή τους γιατρούς της.

Οι ερευνητές για να αξιολογήσουν τον κίνδυνο που διέτρεχαν οι γυναίκες χρησιμοποιήσαν τα συμπεράσματα του μαστογραφικού ελέγχου αλλά και ένα διαδικτυακό εργαλείο που υπολογίζει τον κίνδυνο που διατρέχει μία γυναίκα να εμφανίσει καρκίνο του μαστού μέσα στην επόμενη πενταετία. Ο υπολογιστής συνυπολογίζει την ηλικία της γυναίκας, τη φυλή, την πυκνότητα του μαστού, αν χρειάστηκε να υποβληθεί σε βιοψία και αν η μητέρα, αδελφές ή θυγατέρες είχαν εμφανίσει καρκίνο του μαστού.

Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι υψηλότερο κίνδυνο αντιμετώπιζαν οι γυναίκες που είχαν κίνδυνο πενταετίας στο 1,67% και εξαιρετικά πυκνούς μαστούς ενώ μία δεύτερη ομάδα είχε πενταετή κίνδυνο που ανερχόταν 2,5% ή υψηλότερο και «ετερογενώς» πυκνούς μαστούς.

Οι γυναίκες με κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου πενταετίας στο 2,5% ή υψηλότερο και ετερογενώς πυκνούς μαστούς ή εξαιρετικά πυκνούς μαστούς -το 21% των γυναικών με πυκνούς μαστούς- είχαν τις περισσότερες πιθανότητες να νοσήσουν με καρκίνο μεσοδιαστήματος.

Η τελευταία έρευνα προσφέρει πολλά και πειστικά στοιχεία που δείχνουν ότι οι πυκνοί μαστοί δεν αποτελούν το μοναδικό παράγοντα αξιολόγησης του κατά πόσο η γυναίκα θα υποβληθεί σε περισσότερες εξετάσεις εκτός της μαστογραφίας. Οι συντάκτες της έκθεσης, μάλιστα, έφεραν παραδείγματα σχετικά με τη χρήση της συγκεκριμένης πληροφορίας σε δείγμα 100.000 γυναικών με πυκνούς μαστούς. Αν όλες υποβάλλονταν σε περισσότερες εξετάσεις θα διαγιγνώσκονταν 89 καρκίνοι μεσοδιαστήματος, δηλαδή, ένας ανά 1.124 εξετάσεις.

Αν, όμως, οι παραπάνω εξετάσεις περιορίζονταν μόνο σε δύο ομάδες υψηλού κινδύνου, τότε θα υποβάλλονταν σε αυτές 24.294 γυναίκες και θα εντοπίζονταν 35 καρκινικοί όγκοι, ένας ανά 694 εξετάσεις.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει η δρ Κάρολ Λι, ακτινολόγος στο αντικαρκινικό νοσοκομείο Memorial Sloan Kettering της Νέας Υόρκης, «η τελευταία μελέτη παρέχει πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία χωρίς, ωστόσο, να απαντά στην ερώτηση ποιες είναι οι γυναίκες που θα πρέπει να υποβάλλονται σε περισσότερες εξετάσεις εκτός της μαστογραφίας».