ΠΡΟΣΩΠΑ

Η Αθηνά και το… ρύζι της Μιανμάρ

i-athina-kai-to-amp-8230-ryzi-tis-mianmar-2297896

Ο Μπιλ Κλίντον ανέβηκε στο βήμα και με ενθουσιασμό ξεκίνησε να μιλάει για το Hult, τον παγκόσμιο φοιτητικό διαγωνισμό που στηρίζει εδώ και χρόνια. Μάλλον δεν ήθελε να κρατήσει σε αγωνία τους έξι φιναλίστ και σχετικά γρήγορα ανήγγειλε τον μεγάλο νικητή. Η Αθηνά Καφετσίου τον άκουγε από τις πρώτες σειρές, αλλά έμοιαζε να μην έχει καταλάβει πως τα «παιδιά» της όπως τα αποκαλεί είχαν μόλις κερδίσει. «Αθηνά! Η ομάδα σου! Συγχαρητήρια», της φώναξε ένας από τους διοργανωτές. Πέρασαν μερικά λεπτά μέχρι να συνειδητοποιήσει τι είχε συμβεί – είχαν μόλις κερδίσει το πρώτο βραβείο και ένα εκατομμύριο δολάρια.

Η ιστορία που η ίδια διηγήθηκε στην «Κ» έχει λίγο από όλα: τύχη, φαντασία αλλά κυρίως πείσμα και πολλή δουλειά. Ηταν φθινόπωρο του 2017, όταν ένας καθηγητής του πανεπιστημίου UCL στο Λονδίνο ζήτησε από την κ. Καφετσίου που τα τελευταία χρόνια εργάζεται ως σύμβουλος επιχειρήσεων να είναι κριτής στο πρώτο στάδιο του διαγωνισμού. Το πανεπιστήμιο έπρεπε να επιλέξει ποια ομάδα φοιτητών θα τους εκπροσωπούσε – οπότε εκείνη, μαζί με άλλους επαγγελματίες, άκουσε προσεκτικά όλες τις υποψηφιότητες.

«Καλημέρα, μας θυμάστε;»

Η ιδέα που της άρεσε περισσότερο (ένα μοντέλο που θα βοηθούσε τους φτωχούς αγρότες της Μιανμάρ να μη χάνουν μεγάλες ποσότητες ρυζιού) προκρίθηκε, οπότε φεύγοντας συνεχάρη την ομάδα –τέσσερις δευτεροετείς φοιτητές από τη ΝΑ Ασία– και τους ευχήθηκε καλή επιτυχία για τα επόμενα στάδια. Θεωρούσε πως δεν θα τους συναντούσε ξανά μέχρι που ένα πρωί, δύο μήνες αργότερα, έλαβε ένα email τους: «Καλημέρα, μας θυμάστε; Μήπως μπορείτε στον παρακάτω σύνδεσμο να αξιολογήσετε την παρουσίαση που σας είχαμε κάνει;». Εκείνη τους απάντησε πως ίσως θα ήταν καλύτερα να τα λέγανε πίνοντας έναν καφέ. Και έτσι, ένα απόγευμα συζήτησαν για ώρα το πώς θα μπορούσαν να εξελίξουν την ιδέα τους. Εκείνοι ενθουσιάστηκαν με τις συμβουλές της και της ζήτησαν να τους βοηθήσει ως μέντορας. Η κ. Καφετσίου ήταν θετική αλλά δεν είπε αμέσως το ναι – τους έδωσε λίγες ημέρες προθεσμία για να της παρουσιάσουν εκ νέου την ιδέα με όσα είχαν συζητήσει. Οταν μετά πολλά ξενύχτια επανήλθαν, εντυπωσιάστηκε με το αποτέλεσμα και δέχθηκε να τους βοηθήσει χωρίς δεύτερη σκέψη (και χωρίς χρήματα).

Για τους επόμενους μήνες βρίσκονταν κάθε εβδομάδα, μιλούσαν σχεδόν καθημερινά – οι φοιτητές παράλληλα με απαιτητικές σπουδές δούλευαν σκληρά για να βελτιώσουν την ιδέα τους. Θεωρούσαν αναγκαίο να ταξιδέψουν στη Μιανμάρ οπότε έκαναν οικονομίες και έλαβαν μέρος και σε άλλους μικρότερους διαγωνισμούς, κερδίζοντας έτσι χρήματα για τα εισιτήρια και τα έξοδά τους. Οταν πέρυσι τον Ιούλιο πέρασαν στην προτελευταία φάση του διαγωνισμού, μετακόμισαν με άλλες 39 ομάδες σε ένα κάστρο έξω από το Λονδίνο – και εκεί, για έξι εβδομάδες… τα έδωσαν όλα. Η κ. Καφετσίου που τους συνόδευσε για κάποιες ημέρες μάταια προσπαθούσε να τους πείσει να χαλαρώσουν λίγο και να περάσουν και καλά, αλλά από το πρωί ώς το βράδυ εκείνοι παρακολουθούσαν ό,τι σεμινάριο και παρουσίαση υπήρχε. Οταν πέρασαν στους έξι, ήταν εκστασιασμένοι. Εβγαλαν εισιτήρια για τον τελικό στη Νέα Υόρκη και συνέχισαν, μέχρι κυριολεκτικά τελευταία στιγμή, να προετοιμάζονται.

Πριν ξεκινήσει η τελετή, ήταν όλοι τους αγχωμένοι και οι φοιτητές πόζαραν με την «coach» τους –όπως την αποκαλούν– μπροστά στο άγαλμα του Ποσειδώνα στο κτίριο του ΟΗΕ για καλή τύχη. Για περίπου μία ώρα παρουσίασαν την ιδέα και απάντησαν σε δύσκολες ερωτήσεις των κριτών – καταξιωμένων CEO. Οπως αποδείχθηκε, με απόλυτη επιτυχία.

Σήμερα, έχουν ήδη περάσει στο επόμενο στάδιο υλοποίησης της ιδέας με ένα εκατομμύριο δολάρια εξασφαλισμένο και την κ. Καφετσίου πλέον πρόεδρο του Δ.Σ. της εταιρείας τους.

Αναπόφευκτα η κουβέντα μας συχνά «γυρίζει» στην Ελλάδα όπου και η ίδια μεγάλωσε (στο Μεταξοχώρι της Αγιάς) και σπούδασε (Ψυχολογία στην Θεσσαλονίκη). Θα μπορούσε να νικήσει μια ομάδα από ελληνικό πανεπιστήμιο; «Ασφαλώς!» απαντά χωρίς δεύτερη σκέψη. «Στα τέσσερα αυτά παιδιά αναγνώρισα πολλά από τη δική μου φοιτητική ζωή. Τη ζωντάνια, την ενέργεια και τη δίψα να κάνουμε πράγματα εκτός πλαισίων και κανόνων. Το θέμα είναι να βρίσκονται οι Ελληνες φοιτητές σε ένα υποστηρικτικό περιβάλλον που θα τους βοηθάει να τα καλλιεργήσουν όλα αυτά. Και δεν είναι τόσο δύσκολο», τονίζει. «Θα εκπλαγείτε πόσοι καταξιωμένοι επαγγελματίες θα ήθελαν να μπουν στα πανεπιστήμια για να “δώσουν πίσω” και να βοηθήσουν τους φοιτητές. Αυτό προϋποθέτει βέβαια πως θα υπάρχει στις σχολές τριβή με τον ιδιωτικό τομέα και η επιχειρηματικότητα θα μπαίνει φιλόξενα στα πανεπιστήμια – κάτι που στα βρετανικά πανεπιστήμια θεωρείται αυτονόητο», εξηγεί.

Λάθος νοοτροπία

Οταν μιλάμε για την ελληνική πραγματικότητα μοιάζει να ψάχνει τα λόγια της. «Δεν θέλω να φανεί πως κάνω κριτική από μακριά», διευκρινίζει. «Αλλά στην Ελλάδα νιώθω πως από τη μια θεωρούμε ότι όλοι μας χρωστάνε και από την άλλη φοβόμαστε να βγούμε απ’ τη ζώνη ασφαλείας και να πάρουμε ρίσκα και είναι κρίμα γιατί έτσι δεν μπορούμε να κατακτήσουμε τίποτα. Πρέπει, επίσης, να ξεφύγουμε από τη νοοτροπία του «να τα δώσουμε όλα στα παιδιά, να μη ζοριστούν. Μπορεί να γκρίνιαζα στην ομάδα μου που δεν ήθελαν ούτε να βγουν να γιορτάσουν τη νίκη τους, αλλά τελικά χρειάζεται σκληρή δουλειά και θυσίες για να διακριθεί κανείς», καταλήγει.