ΠΡΟΣΩΠΑ

Ενα εικοσιτετράωρο με τον βιολόγο και συγγραφέα Ακη Παπαντώνη

img_4970

06.00-08.00
Τους χειμώνες το ξυπνητήρι χτυπάει ενώ έξω είναι ακόμη νύχτα· όταν έχει μπει για τα καλά η άνοιξη –η εναλλαγή των εποχών είναι ακόμη εμφανής εάν ζεις στην κεντρική Ευρώπη– το φως είναι έντονο από τις 6 το πρωί. Και όσο το σπίτι ξυπνάει και τα παιδιά ετοιμάζονται, άλλοτε απρόθυμα και άλλοτε όλο ενθουσιασμό, για το σχολείο, δυο ζευγάρια χέρια ετοιμάζουν πρωινό, τυλίγουν σάντουιτς για το μεσημεριανό φαγητό, βάζουν ζεστό ελληνικό καφέ σε ένα μεγάλο θερμός.

08.30-12.00
Φέτος το εργαστήριό μου μετακόμισε από το Πανεπιστήμιο της Κολωνίας σε εκείνο του Γκέτινγκεν (σε μια πόλη σπαρμένη με αναφορές σε σπουδαίους της επιστήμης και των γραμμάτων που πέρασαν κάποτε από εδώ: από τον Γκαίτε έως τον Γκάους) και κάθε τέτοια μετακόμιση είναι μια νέα, δύσκολη αρχή. Μπαίνοντας στο γραφείο περιμένουν δεκάδες emails να απαντηθούν. Παρ’ όλα αυτά, προτιμώ συνήθως να ξεκινώ την ημέρα βάζοντας κλασική μουσική να παίζει στο YouTube και να διαβάζω επιστημονικά άρθρα από τη στοίβα που διατηρώ στην άκρη του γραφείου μου – και η οποία διαρκώς ψηλώνει. Μέσα στην επόμενη μία ώρα παρελαύνουν από το γραφείο οι φοιτητές μου με τον ενθουσιασμό ή τις απογοητεύσεις τους και με τις ερωτήσεις τους (όχι πάντοτε αμιγώς περί μοριακής βιολογίας), συνάδελφοι με ιδέες ή υπενθυμίσεις, η αεικίνητη γραμματέας του ινστιτούτου με έγγραφα που απαιτούν αδιαλείπτως σφραγίδα και υπογραφή. Γύρω στις δώδεκα, εάν δεν υπάρχει προγραμματισμένο σεμινάριο, είναι η ώρα για μεσημεριανό.

12.30-16.45
Ο ήλιος (όσες φορές καταφέρνει να διαρρήξει τα σύννεφα) είναι ψηλά, τα emails δεν σταματούν να έρχονται, οι φοιτητές μου δεν σταματούν να έχουν και άλλες ερωτήσεις, οι συνάδελφοί μου και άλλες ιδέες. Πάντοτε όμως ξεκλέβω χρόνο για να τσεκάρω το Facebook ή το Twitter μου, να διαβάσω στα γρήγορα ένα άρθρο που κάποιος πόσταρε (ποτέ πάντως τα long reads που αναρτά ο Ιάκωβος Ανυφαντάκης γιατί απαιτούν πολύ χρόνο), να κρατήσω μια σημείωση σε κάποιο πολύχρωμο post-it για κάτι που μου ήρθε στον νου και στο οποίο θα ήθελα να επανέλθω αργότερα. Λίγο πριν από τις πέντε η ειδοποίηση στο κινητό μου σημαίνει την ώρα που σχολάνε οι μικροί από το σχολείο.

17.30-21.00
Ανάμεσα στο μαγείρεμα, στα emails που επιμένουν να έρχονται (και στα οποία πασχίζω να μη δίνω σημασία) και στα παιδιά που αναπαριστούν παράξενες ιστορίες ενώ κάνουν μπάνιο, οι σκιές στο σπίτι μακραίνουν. Και όσο η μαμά τους τα ντύνει, εγώ βρίσκω χρόνο να βάλω στην άκρη το βιβλίο από το οποίο θα διαβάσω αργότερα – αυτό τον καιρό, δίπλα στη στοίβα με τα αδιάβαστα, παραμονεύει και το δικό μου βιβλίο από τις εκδόσεις Κίχλη, το οποίο συχνά-πυκνά παίρνω στα χέρια μου και ξεφυλλίζω με την αγωνία του αν θα καταφέρει να βρει όσο το δυνατόν περισσότερους αναγνώστες. (Σκέφτομαι, καθώς γράφω αυτές τις γραμμές, πως η ανάγνωση προηγείται πάντοτε της γραφής και πως, ακόμη κι αν δεν υπάρχει άπλετος χρόνος για να γράψει κάποιος, πάντα ξεκλέβει στιγμές για να διαβάζει και να σημειώνει σπαράγματα με την ελπίδα να γίνουν στο μέλλον βιβλίο.) Οταν πια τα παιδιά ησυχάζουν στα κρεβάτια τους, έξω έχει σκοτεινιάσει.

21.30 κι έπειτα
Χαζεύω ειδήσεις στο Διαδίκτυο, με έμφαση στο τι συμβαίνει στην Ελλάδα· αναζητώ κάτι ενδιαφέρον να δω στο Netflix· ή διαβάζω εκείνο το βιβλίο που είχα φροντίσει να βάλω προηγουμένως στην άκρη. (Οταν άφηνα πίσω μου την Οξφόρδη για την πρώτη ερευνητική θέση μου στην Κολωνία, ένας φίλος καθηγητής με είχε ρωτήσει πόσα επιστημονικά άρθρα διαβάζω κάθε μέρα και πότε. Στην απάντησή μου «ένα-δυο, συνήθως το πρωί, επειδή το βράδυ είναι ρεζερβέ για λογοτεχνία», εκείνος με είχε παροτρύνει να σταματήσω. Σήμερα, έξι χρόνια αργότερα, δεν μετανιώνω που δεν αποφάσισα να κόψω τον λώρο με την ανάγνωση και συχνά-πυκνά τη γραφή. Μπορεί βέβαια, όλο και πιο συχνά, οι αντοχές μου να είναι αναιμικές ή να υπάρχει κάποια πιεστική προθεσμία –πάντα υπάρχει μία!– αλλά όπως έγραψε ένα αριστερό χέρι στο οπισθόφυλλο του βιβλίου μου: «Τα χρόνια κυλούν σαν νερό και η μνήμη δεν είναι παρά ένα αστείρευτο πηγάδι ψέματα». Και είναι αυτό το πηγάδι και τον αμείλικτο χρόνο που πασχίζουμε να ανανεώσουμε μέσα από νέες αφηγήσεις, αράδα την αράδα.) Ωρα για ύπνο, ο χρόνος για αύριο μετράει ξανά αντίστροφα.
​​
Ο Ακης Παπαντώνης είναι καθηγητής Επιγενετικής στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Γκέτινγκεν. Το δεύτερο βιβλίο του, το μυθιστόρημα «Ρηχό νερό, σκιές», κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη.