ΠΡΟΣΩΠΑ

Ενα εικοσιτετράωρο με τον συγγραφέα, ηθοποιό και σκηνοθέτη Γιωργή Τσουρή

ena-eikositetraoro-me-ton-syggrafea-ithopoio-kai-skinotheti-giorgi-tsoyri-2360014

08.45
Πρωινό ξύπνημα. Κοιμάμαι για έξι ώρες ακριβώς. Τόσες χρειάζομαι. Χουζουρεύω για δέκα δευτερόλεπτα, τεντώνομαι για άλλα πέντε, και μετά στα πόδια μου και φουλ ενέργεια. Λατρεύω το πρωί. Κυκλοφορώ μέσα στο σπίτι σαν να είμαι μόνος μου –ενώ δεν είμαι–, κάνω θόρυβο, μιλάω δυνατά στα τηλέφωνα, ανοιγοκλείνω πόρτες… Για δύο ώρες το σπίτι μου είναι το κέντρο των επιχειρήσεών μου. Στέλνω μέιλ, τσεκάρω λογαριασμούς, κλείνω παρτίδες με τις πεζές υποχρεώσεις της ημέρας. Ντύνομαι πρόχειρα –συνήθως υπερβολικά πρόχειρα– και βγαίνω!

11.00
Πηγαίνω στην πλατεία, παραγγέλνω πρωινό, ανοίγω το λάπτοπ και γράφω. Κάποτε μια σελίδα, κάποτε είκοσι, κάποτε απλά κοιτάω την οθόνη και νιώθω ανίδεος. Παίρνω τηλέφωνο τη μαμά μου.
– Να σου διαβάσω κάτι;
– Απ’ το καινούργιο;
– Ναι.
– Διάβασε!
Ακούω τις κατσαρόλες, ακούω γενικά θόρυβο κουζίνας. Ξέρω ότι θα μου πει «πολύ ωραίο», ακόμη κι αν της διαβάσω τις οδηγίες χρήσης του κινητού, αλλά πρέπει να ακούσει αυτό που έγραψα. Ν’ ακούσω τον εαυτό μου. Να μην είμαι μόνος. Σβήνω, γράφω, παλεύω κάνα τρίωρο ανάμεσα σε υπολογιστή, κινητό, ομελέτα και χειρόγραφες σημειώσεις.

14.00
Παίρνω τηλέφωνο τη Βάλια, τη γυναίκα μου και τα πάντα μου, έντεκα χρόνια, ακόμη δεν καταλαβαίνει τι με κάνει να εκτοξεύομαι κάθε πρωί απ’ το κρεβάτι σαν κάποιος να με κυνηγάει, ούτε ’γω κατάλαβα ακόμα –ούτε θέλω να ξέρω ακριβώς– τέλος πάντων, την παίρνω τηλέφωνο για ένα ενοχικό «σ’ αγαπάω» που το νιώθω και το εννοώ ακόμα, κι ελπίζω να το πιστεύει. Την πετυχαίνω στην πόρτα, βγαίνει για πρόβα. Δίνουμε ραντεβού στο θέατρο το βράδυ. Ραντεβού στη σκηνή. Οδηγώ ακούγοντας μουσική, με γκάμα από προκλασική και Μπαχ, μέχρι Παντελίδη. 

15.00
Φτάνω στο κέντρο. Κατεβαίνω στο υπόγειο πάρκινγκ του Εθνικού. Μαζευόμαστε γύρω από ένα μεγάλο τραπέζι. Ιχνηλατούμε ακόμη το κείμενο και ψαρεύουμε εικόνες και «τρόπους». Χωρίς καν να το καταλάβω έχει ήδη σκοτεινιάσει. Εχω πιει και δεύτερο καφέ. Το έχω σκυλομετανιώσει: μου φέρνει υπερένταση. Λες και δεν έχω ήδη φουλ ένταση. Λες και χρειάζομαι καφέ. Στο θέμα ενέργεια είμαι λίγο πολύ σαν τον Οβελίξ: «Επεσα στη χύτρα μικρός».

20.15
Φτάνω στο Θέατρο Ιλίσια για παράσταση. Τρώω κάτι στο πόδι, να με κρατήσει. Συνήθως γλυκό από κάποιο φούρνο τρίτης διαλογής ή το τοστ που φτιάχνω, το οποίο έχω βαφτίσει στη συνείδησή μου υγιεινό. Στην πραγματικότητα έχει βούτυρο, μαγιονέζα, μπέικον, τυρί, ζαμπόν, κι άλλο τυρί και ψιλοκομμένη μπριζόλα από προχθές. Α, και αλάτι. Πολύ αλάτι. Μπαίνω στο καμαρίνι. Συναντώ τη θεατρική μου οικογένεια. Τα «170 Τετραγωνικά» μας. Τους ανθρώπους που αγάπησαν τις εμμονές μου και τις έβγαλαν στο φως δέκα φορές καλύτερα απ’ όσο μπορούσα να φανταστώ, όταν πριν από δύο χρόνια, κάπου ανάμεσα σε κινητό, μαμά, ομελέτα και λάπτοπ, έγραφα και έσβηνα μόνος.

21.30
Παράσταση. Πάντα αγωνία. Πάντα χαρά. Μ’ αρέσει που λέμε αυτή την ιστορία. Μ’ αρέσει που κλαίμε και που γελάμε. Ποτέ δεν είμαι απόλυτα ευχαριστημένος από την παράσταση. Πάντα όμως είμαι χαρούμενος. Πολύ. Κάποια στιγμή, πάνω στον οίστρο χάσαμε κάτι ατάκες. Φέραμε τα μπρος πίσω, χαθήκαμε και ξαναβρεθήκαμε. Μαζί.

Αυτή είναι πάντα η πιο ωραία στιγμή.

00.00
Σχολάσαμε και πάμε για να φάμε μια σουπίτσα. Ετσι λέω αρχικά. Τελικά παίρνω (σε γνωστό εστιατόριο στην Αλεξάνδρας που ξενυχτάει) μια σούπα, μετά χτυπάω και μια πανσέτα ψητή με πατάτες, έρχεται και χωριάτικη στο τραπέζι… κόλαση. Μιλάμε για την παράσταση. Πιάνουμε το κουτσομπολιό. Κάποια στιγμή, ψιλοαπότομα,

«Φεύγουμε;» Αμάξι και σπίτι.

01.45
Κουβεντούλα στο δωμάτιο, μισοσυζυγική – μισοσυναδελφική. Κάτι για την παράσταση, κάτι για αύριο, κάτι που δεν πήγα πάλι στον οδοντίατρο…
– Μπορείς να μη σηκωθείς αύριο αμέσως; Κι αν σηκωθείς μπορείς να μην κοπανάς πάλι τις πόρτες;
– Ναι. Μπορώ. (Δεν νομίζω ότι μπορώ. Το πρωί θα ξαναξυπνήσω κυνηγημένος και θα κάνω θόρυβο. Νομίζω ότι κάνω θόρυβο για να με ακούσει. Για να μου γκρινιάξει το βράδυ. Για να μην είμαι μόνος μου ποτέ. Ούτε όταν κοιμάται. Πώς με αντέχει;)
– Πώς με αντέχεις;
– Ε;
– Τίποτα. Να βάλω ταινία;
– Αφού θα κοιμηθείς πάλι.
– Δεν θα κοιμηθώ! Βάζω.
Παίζει η ταινία. Μετά από πέντε λεπτά, αποκοιμιέμαι. Κοιμάμαι για έξι ώρες ακριβώς.

Ο Γιωργής Τσουρής έχει γράψει τα «170 Τετραγωνικά», όπου και πρωταγωνιστεί, μαζί με τους Αμαλία Αρσένη, Βάλια Παπακωνσταντίνου, Αντώνη Τσιοτσιόπουλο και Αννα Πατητή, στο Θέατρο Ιλίσια Βολανάκης. Εχει μεταφράσει το έργο «The Children», που παρουσιάζεται στο ίδιο θέατρο. Παίζει στον «Χαρτοπόλεμο», στο Μικρό Γκλόρια και σκηνοθετεί τα «Μαθήματα Πολέμου ΙΙΙ» στο Εθνικό Θέατρο.