ΠΡΟΣΩΠΑ

Συλλογική διεργασία αυτογνωσίας σε εξέλιξη

gkat_14_1604_page_1_image_0001

Με τον Τάσο Μπουλμέτη μιλήσαμε τηλεφωνικά λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση των νικητών των φετινών κινηματογραφικών βραβείων Ιρις. Ηταν χαρούμενος τόσο για την επικράτηση της Κωνσταντίνας Κοτζαμάνη με τον «Ηλεκτρικό Κύκνο», τον οποίο χαρακτήρισε αριστούργημα, στις μικρού μήκους, όσο βέβαια και με τον θρίαμβο της «Ευτυχίας». Η τελευταία, άλλωστε, έχει αρκετά κοινά στοιχεία και με τη δική του «Πολίτικη Κουζίνα», μία από τις ταινίες που αγαπήθηκαν περισσότερο από το κοινό στα χρονικά του εγχώριου σινεμά. Οσο για την καραντίνα, αυτή βρήκε τον Ελληνα κινηματογραφιστή στο… σπίτι.

«Εγώ ήμουν ούτως ή άλλως έγκλειστος από τις 4 του Φλεβάρη, λόγω μιας προγραμματισμένης επέμβασης που έκανα, οπότε δεν άλλαξαν και πολλά. Εδώ έχω αρκετή δουλειά να προχωρήσω, ετοιμάζω διάφορα πράγματα, κοιτάζω ξανά και κάποια από το παρελθόν, μοντάρω για παράδειγμα πάλι την πρώτη μου ταινία, τη “Βιοτεχνία Ονείρων”. Κατά τα άλλα επικοινωνώ πολύ με φίλους και αγαπημένους και βέβαια βλέπω άπειρες ταινίες».

Σχεδόν όλοι οι σκηνοθέτες με τους οποίους μιλάμε τον τελευταίο καιρό, προτιμούν στον εγκλεισμό τους την επιστροφή στο κλασικό σινεμά, στις βάσεις. Ο Τάσος Μπουλμέτης δεν αποτελεί εξαίρεση και παραθέτει σαν συνταγή γιατρού: «Ο εγκλεισμός σε ωθεί να κάνεις ρετροσπεκτίβες: μία εβδομάδα γαλλικό νέο κύμα, μια Μπουνιουέλ, 2-3 φιλμ Μπέργκμαν, λίγο κλασικό νουάρ, λίγο Γούντι Αλεν που ανεβάζει και την ψυχολογία». Ο ίδιος αναγνωρίζει προφανώς πως η ψυχολογία όπως και η αναμέτρηση με τον εαυτό αποτελεί αυτό το δύσκολο διάστημα ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα.

«Υπάρχει νομίζω μια διπλή ανάγνωση. Πολλά πράγματα αλλάζουν έξω μας αλλά και μέσα μας. Εχει ενδιαφέρον για παράδειγμα το πώς μια απειλή σε κάνει να αισθάνεσαι αλληλέγγυος και να υπερβαίνεις τη διχαστική καθημερινότητα. Μου φαίνεται επίσης πως βρίσκεται σε εξέλιξη μια συλλογική διεργασία αυτογνωσίας κι αυτό φαίνεται ακόμα και στα επιτυχημένα ή αποτυχημένα αστειάκια που κυκλοφορούν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ο καθένας, έστω και ακούσια, ψάχνεται και διατυπώνει αυτό το ψάξιμό του είτε με θυμό, είτε με χιούμορ, ειρωνεία κ.ο.κ. Ολο αυτό είναι ένας ζωντανός οργανισμός που κάτι θα αφήσει. Προσωπικά είμαι αρκετά αισιόδοξος, πως η εμπειρία-περιπέτεια θα μας ωριμάσει λιγάκι, ίσως είναι και για καλό σε κάποια πράγματα. Αρκεί βέβαια να μην κρατήσει πολύ…».

Την τελευταία του ατάκα, την οποία όλοι μας, λίγο-πολύ, επαναλαμβάνουμε αυτόν τον καιρό θέλοντας μάλλον να ξορκίσουμε την κακή εκδοχή της, τη συνδέει με τα μηνύματα που παίρνει από το περιβάλλον του: «Ανθρωποι με έντονη κοινωνικότητα το προηγούμενο διάστημα, μπορεί να ήταν πιο αδρανείς στο προσωπικό πεδίο· υπάρχουν αρκετοί τέτοιοι που τώρα προβληματίζονται παραπάνω. Ακούω για παράδειγμα ότι πολλοί φοιτητές “τα έχουν παίξει”. Από την πλευρά μου, εκτιμώ πολύ όσους μπορούν να διαχειριστούν τη μοναχικότητα, ακόμα και τη μοναξιά, και να γίνουν σοφότεροι. Δεν πρόκειται μόνο για κάτι έμφυτο, εκπαιδεύεσαι κιόλας σε αυτό το πράγμα. Γνωρίζω ακόμα και παιδάκια που το διαχειρίζονται ήρεμα και με ωριμότητα, ενώ τα περισσότερα προφανώς δεν αντέχουν. Σίγουρα πάντως η κατάσταση σε οδηγεί σε κάποιον αναστοχασμό, στο ερώτημα “πώς διαβιώνω μέσα σε αυτή τη συνθήκη;”».

Ταινίες εποχής

Μετά τον «Νοτιά», που διαδέχθηκε την «Πολίτικη Κουζίνα», ο Τάσος Μπουλμέτης χάρισε στο κοινό –αλλά και ειδικά σε εμάς τους φίλους της ΑΕΚ– το συγκινητικό «1968», την επική ιστορία της κατάκτησης του ευρωπαϊκού τίτλου στο μπάσκετ, μέσα στο κατάμεστο Καλλιμάρμαρο. Πόσο εύκολο, όμως, θα είναι να στήνονται τέτοιες ταινίες εποχής την επόμενη μέρα της πανδημίας, στην ελληνική κινηματογραφική πραγματικότητα; «Αρχικά φοβάμαι πως οι κινηματογράφοι θα είναι από τους τελευταίους χώρους που θα ανοίξουν, εφόσον υποχωρήσει το κακό. Δεν ξέρω τι θα γίνει με τους θερινούς. Μιλάω με φίλους διανομείς, οι οποίοι έχουν κλείσει φοβερές ταινίες για το καλοκαίρι, όμως δεν γνωρίζουν καθόλου αν θα κυκλοφορήσουν. Οσον αφορά την παραγωγή, πάρθηκαν κάποια θετικά μέτρα από το υπουργείο, όμως η κατάσταση είναι δραματική. Ολες οι ταινίες σίγουρα θα πάνε πίσω και τα χρήματα θα γίνουν ακόμα πιο δυσεύρετα. Αν το σκεφτείς, είναι οξύμωρο: παρόλο που όλοι καταναλώνουμε μεγάλες ποσότητες οπτικοακουστικού υλικού αυτόν τον καιρό, το μέλλον για τους παραγωγούς του φαντάζει ζοφερό».

Περισσότερο υλικό βέβαια δεν σημαίνει απαραίτητα και ποιοτικό. «Πράγματι, δεν ξέρω κατά πόσον ο κόσμος καταναλώνει πολιτιστικά προϊόντα καλύτερης ποιότητας. Η ποσότητα έχει σίγουρα αλλάξει, όμως πιθανότατα Netflix έβλεπαν, Netflix βλέπουν και τώρα. Ισως μια μικρή μερίδα κοινού έχει βρει και καλύτερα προγράμματα, με τις θεατρικές παραστάσεις που ανεβαίνουν στο Διαδίκτυο ή τις πρωτοβουλίες του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, αλλά η αίσθησή μου είναι πως αποτελεί μειοψηφία».