ΓΕΥΜΑ ΜΕ ΤΗΝ Κ

Μίμης Πλέσσας στην «Κ»: Οταν πάψω να παράγω, θα πεθάνω

mimhs-plessas-kathimerini-geyma-24-5-20-titina-chalmatzi

Η μεγαλόσωμη Μιμίκα με ακολουθεί σαν φύλακας στο εσωτερικό της καταπράσινης μονοκατοικίας και με έναν πήδο στρογγυλοκάθεται στον λευκό καναπέ δίπλα στον Μίμη Πλέσσα. Εκείνος άλλωστε τη βάφτισε, όταν τη βρήκαν με τη σύζυγό του Λουκίλα Καρρέρ, πεταμένη μαζί με άλλα κουτάβια σε κάδο της περιοχής. Οσο η Λουκίλα ετοιμάζει το κέρασμα, ρίχνω κλεφτές ματιές στο πιάνο, τις φωτογραφίες, τα έργα του πολυσχιδούς συνθέτη. Να ακόμη μια τέχνη με την οποία καταπιάστηκε ύστερα από μια μεγάλη φωτιά που έκαψε την Πεντέλη: Θαλασσινά τοπία ζωγραφισμένα πάνω σε καμένα κούτσουρα. Μια συλλογή που μεγάλωσε με τη γέννηση της κόρης του Ελεάνας πριν από 22 χρόνια και αργότερα έγινε έκθεση.

«Το μόνο που θέλω είναι να είμαι χρήσιμος. Ολη μου τη ζωή αυτό έκανα και μου βγήκε σε πολύ καλό. Αναρωτιούνται πώς τα καταφέρνω. Επειδή εργάζομαι διαρκώς, δεν αφήνομαι», λέει ο Μίμης Πλέσσας. «Τέσσερις ημέρες την εβδομάδα από τις 11 το πρωί δουλεύω με τον εξαιρετικό μουσικό Αλέξανδρο Αυλητή». Ετοιμάζει κάτι καινούργιο; «Την ημέρα που θα πάψω να παράγω, θα πεθάνω», απαντά. «Δεν είναι το πιάνο που με κρατάει, αλλά το μυαλό. Καθημερινά διασκευάζω τα παλιά μου κομμάτια σε τζαζ, γράφω καινούργια, συνθέσεις όπως η ολόφρεσκη “Για τη Λουκίλα” που έγραψα χθες, παραγγελίες, τα στέλνω στην κόρη μου, η οποία τα ανεβάζει στο YouTube».

Αν κάτι του έλειψε την περίοδο της πανδημίας «είναι οι έξοδοι». «Κάθε μέρα!» ακούγεται η Λουκίλα από την άλλη άκρη του σαλονιού. «Πολλοί μου λένε “πού τον τρέχεις κάθε μέρα;”. Επειδή είμαι 40 χρόνια νεότερή του, σκέφτονται “αυτή τον τρέχει”. Δεν πιστεύουν ότι ο Μίμης επιζητά την έξοδο. Στα 30 χρόνια που είμαστε μαζί, ο μόνος μας καβγάς ήταν οι έξοδοι. Κάθε πρωί ρωτούσε “Τι κάνουμε απόψε;”».

Ο Πλέσσας την επιβεβαιώνει, «μου κόστισε που τον χειμώνα σταματήσαμε να πολυβγαίνουμε». Εχει πάντως πρόγραμμα: Εργάζεται 11 με 2 το μεσημέρι, έπειτα ξεκουράζεται, το απόγευμα παρακολουθεί παλιές ελληνικές ταινίες, κάτι που δεν έκανε παλιά. Πριν από το δίμηνο του εγκλεισμού στην Καλλιτεχνούπολη, έφταναν ο Γιώργος και η Μαρία Χατζηνάσιου, ο Δημήτρης Νανόπουλος, ο Δάκης, ο Σπύρος Κλείσσας, ο Γιώργος Κατσαρός, κάποιες φορές, με το σαξόφωνο. Εκείνο που τον ενοχλεί είναι «που το φετινό καλοκαίρι, δεν ξέρουμε εάν και πώς θα γίνουν οι συναυλίες». Θαυμάζω την αντοχή του. Τον Οκτώβριο κλείνει τα 96.

Το χάρισμα

Τη μουσική την αγάπησε στο πατρικό του, στην οδό Ηρακλείου στο πλάι του Αρχαιολογικού Μουσείου. Νανούρισμά του ήταν το «Κωνσταντινούπολις» από την ορχήστρα του Τζακ Χίλτον. Οταν το γραμμόφωνο σκεπάστηκε με λευκά σεντόνια, μαζί με το πιάνο, τα έπιπλα, τους καθρέφτες, εξαιτίας του θανάτου της γιαγιάς Αθηνάς, ένιωθε στέρηση. Βλέπετε στο Πλεσσαίικο η μουσική ήταν μέρος της ζωής τους. «Ωσπου μια μέρα, η άφιξη μιας ξαδέρφης της μαμάς, της Κάκιας Κηφιώτη, συνδέθηκε με μια νέα ανακάλυψη. Δεν περιγράφεται με λόγια πώς ένιωσα. Το πιάνο που ήταν δεμένο για να μην ανοίγει το κλαβιέ, ζωντάνεψε με έναν άλλο ήχο». Ράγκταϊμ, του είπε η ξαδέρφη, εξηγώντας του τι ήταν αυτή η μουσική. Ο μικρός είχε καλό αυτί και χάρισμα να παίζει ό,τι ακούει, ακόμη και τις άριες που άκουγε ο μπαμπάς. Σύντομα οι δάσκαλοι μουσικής μπαινόβγαιναν στο σπίτι. Στα 15 του ήταν ο πρώτος σολίστας της ελαφράς μουσικής στην Ελληνική Ραδιοφωνία! Επειτα έμαθε μόνος να γράφει στο πεντάγραμμο.

«Καλύτερα να μην το συζητήσουμε αυτό, γλυκιά μου», λέει όταν ρωτάω για τη μητέρα του: «Ηταν συγκλονιστικό πλάσμα που έσβησε στα χέρια μου. Εφτιαχνε κουλούρια για να γιορτάσουμε το άριστα στη Φυσική, σπούδαζα βλέπεις χημικός στο πανεπιστήμιο. Εφυγε στα 39 της χρόνια από εγκεφαλικό. Τους θυμάμαι με τον πατέρα. Πείραζαν ο ένας τον άλλον, γιατί ήταν αλλιώτικα αυτά που θαύμαζε ο καθένας τους». 

Το βιβλίο

Το Πλεσσαίικο ήταν ξακουστοί καπελάδες. Ομως στην Κατοχή η οικογένεια δοκιμάστηκε. Ο Μίμης Πλέσσας έπαιζε σε καμπαρέ της εποχής, έκανε μαθήματα, κουβαλούσε ακόμη και πεθαμένους από την πείνα. Μετά την απελευθέρωση έκανε το κουαρτέτο με το όνομά του από το οποίο πέρασαν εξαιρετικοί νέοι καλλιτέχνες, που καταξιώθηκαν αργότερα. «Ολα όσα έζησα, τα έχω διηγηθεί λεπτομερώς από το 1993 στη Λουκίλα που τώρα έγραψε το βιβλίο “Ποιος το ξέρει” (σ.σ. εκδόσεις Μίνωας). Είναι έτοιμο, τυπώθηκε αλλά δεν πρόλαβε να κυκλοφορήσει λόγω της πανδημίας». 


«Το μόνο που θέλω είναι να είμαι χρήσιμος. Ολη μου τη ζωή αυτό έκανα και μου βγήκε σε πολύ καλό», λέει ο Μίμης Πλέσσας, που τον Οκτώβριο θα κλείσει τα 96.

Στην Αμερική ο Μίμης Πλέσσας πήγε το 1950 ως ειδικός για την αγορά μηχανημάτων κλωστοϋφαντουργίας της οικογενειακής εταιρείας. Σε μια μουσική βραδιά στο Πανεπιστήμιο του Ντουλούθ κέρδισε το βραβείο: τετραετής υποτροφία μουσικών σπουδών. Ομως, την επομένη, αιφνιδίασε τον πρύτανη δόκτορα Πάσερ, όταν του ζήτησε να αλλάξει την υποτροφία και να την κάνει για τη χημεία. «Αν γνωρίζεις χημεία όσο καλά έπαιξες μουσική χθες, σου υπόσχομαι να σε πάω στο μεγαλύτερο πανεπιστήμιο του κόσμου», του είπε. Πράγματι συνέχισε στο Πανεπιστήμιο του Κορνέλ και καμαρώνει που συγκέντρωσε 97,8 μονάδες στις εξετάσεις. Κυρίως για το διδακτορικό του στη Βιολογική Χημεία.

Η τζαζ στην Αμερική, η δύσκολη δεκαετία του ’80 και η δικαίωση

Στην Αμερική γνώρισε πολλούς εξαιρετικούς της τζαζ. «Επαιξα με το σεπτέτο του Χάρι Τζέιμς αντικαθιστώντας την πιανίστα που αρρώστησε. Ο Χάρι για να μας ευχαριστήσει, μας κάλεσε την επομένη να πάρουμε μπρέκφαστ και για να μας δείξει η γυναίκα του, η Μπέτι Γκρέιμπλ, τα πόδια της, που ήταν ασφαλισμένα για 1 εκατ. δολάρια. Ο Κουίνσι Τζόουνς, ακόμη και σήμερα ρωτάει τη Νάνα Μούσχουρη στα ταξίδια της, “τι κάνει το σκατάκι;”. Εγώ τον έλεγα Κουινσάκι». Μέχρι πρωίας όμως έπαιξε ένα βράδυ και με τους Λέστερ Γιανγκ, Κόουλμαν Χόκινς και Τζόνι Ζόρμπας. Αργότερα και με τον Ντίζι Γκιλέσπι.

Στην Ελλάδα ήταν γνωστός από τη Ραδιοφωνία, τις εκπομπές με τους Γιώργο Οικονομίδη και Κώστα Πρετεντέρη, τη συνεργασία του με τον Φίνο το 1960, τα φεστιβάλ εντός και εκτός συνόρων, τα μιούζικαλ με τον Γιάννη Δαλιανίδη, αλλά στη δεκαετία του ’80 νιώθει σαν να μην υπάρχει. Γιατί; «Διότι δεν είχα το ρεπερτόριό μου σε μια μόνο δισκογραφική εταιρεία, δεν είχα συμβόλαια, δεν είχα μάνατζερ, ήμουν εκτός». 

«Αν τον ζούσες το 1986 που τον γνώρισα», λέει η Λουκίλα, «οι εταιρείες τον είχαν τελειώσει. Πολλά τραγούδια του ήταν χωρίς δικαιώματα. Εγώ του έκανα συμβόλαια, πριν από 20 χρόνια, για το ρεπερτόριό του».

Κι όμως, ήταν στο προσκήνιο λόγω του «Καλλιτεχνικού καφενείου» που παιζόταν στην τηλεόραση. «Ναι αλλά έπαιζε τα τραγούδια των άλλων. Ηταν ο καλός μορφωμένος συνθέτης, κυρίως ο καλός πιανίστας που μπορούσε να ακομπιανιάρει. Η δικαίωση του Μίμη ήρθε το 1993 όταν τον πείσαμε με τον Αγγελο Πυριόχο να ανεβεί στον “Ζυγό” μόνος του ως συνθέτης» λέει η σύζυγός του, τονίζοντας ότι στην αναγνώριση «συνέβαλε η ιδιωτική τηλεόραση προβάλλοντας συχνά τις παλιές ελληνικές ταινίες». 

Η ίδια τον γνώρισε όταν ήταν φοιτήτρια Οικονομικών, «τρελαμένη με το έργο του», σε μια έξοδο με τους γονείς και την αδελφή της στο «Μισέλ». «Το 1988, παραγωγός πια στο ραδιόφωνο, ξεκίνησα μια εκπομπή με το “Γλυκά πονούσε το μαχαίρι” που έγραψαν με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο. Την επομένη το πρωί, μου τηλεφώνησε o Μίμης και μου είπε: “Κορίτσι μου, άκουσα χθες την εκπομπή σου στο αυτοκίνητο, έπαιξες ένα πολύ ωραίο τραγούδι αλλά δεν είναι δικό μου”. Μα κύριε Πλέσσα είναι από την ταινία “Μαριχουάνα Stop!”. Eίχα και βίντεο των παλιών ταινιών. Ο Μίμης δεν περιφρονούσε εκείνα τα τραγούδια, απλώς δεν πίστευε στη δύναμή τους. Η αναγνώριση ήρθε όταν πια ήταν 60 χρόνων».

Η συνάντηση

Κουβεντιάσαμε με την απόσταση που ορίζουν τα μέτρα προστασίας, όσο η Λουκίλα Καρρέρ πρότεινε να κεράσει «γλυκό, κέικ, έστω παγωτό ή γλυκό του κουταλιού». «Πικρίες έχετε;», ρωτάω τον Μίμη Πλέσσα, προσπαθώντας να αποφύγω τον πειρασμό της ζάχαρης: «Θυμάμαι μόνο ό,τι κατάφερα. Τις δυσκολίες από τις οποίες βγήκα νικητής», λέει «κλέβοντας» ένα μικρό σοκολατάκι από το τραπέζι δίπλα του. 

Οι σταθμοί του

1924
Γεννιέται στην Αθήνα.

1952
Η πρώτη του μουσική στο θέατρο, «Με τον έρωτα παρέα» του Νίκου Φατσέα.

1959
Το πρώτο του βραβείο, στο πρώτο του φεστιβάλ, για το «Αστέρι αστεράκι» σε στίχους του Κώστα Πρετεντέρη με ερμηνεύτρια τη Νάνα Μούσχουρη.

1963
«Μερικοί το προτιμούν κρύο», η έναρξη της συνεργασίας με τον Γιάννη Δαλιανίδη στα μιούζικαλ.

1969
Ο πρώτος χρυσός δίσκος στην ελληνική δισκογραφία, ο «Δρόμος» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου.

2001
Απονομή του Χρυσού Σταυρού του Τάγματος του Φοίνικα από τον τότε Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλο.

2002
Γιορτάζει το «Ιωβηλαίο» του, 50 χρόνια στο τραγούδι, στο Ηρώδειο.

2010
Αναγορεύεται Επίτιμος Διδάκτωρ Χημείας στο Πανεπιστήμιο Πατρών.

2016
Βραβεύεται από την Ακαδημία Αθηνών.