ΠΡΟΣΩΠΑ

«Εγώ, μαντάμ, τραγούδησα θεούς…»


«Εγώ, μαντάμ, τραγούδησα θεούς…»

ego-mantam-tragoydisa-theoys-amp-82300
Ο Σταμάτης Κόκκοτας θυμάται, νοσταλγεί και
συμβουλεύει: «Οι νέοι πρέπει να έχουν ένα όνειρο τρελό, κι ας είναι
και απατηλό»

Της Γιωτας Συκκα

«Είναι αρχή μου, ποτέ δεν δίνω συνεντεύξεις στο σπίτι μου».
Ευγενικά, αλλά χωρίς δεύτερη κουβέντα, ο Σταμάτης Κόκκοτας δέχτηκε
να μας μιλήσει με την προϋπόθεση να συναντηθούμε στο ξενοδοχείο του
φίλου του στο Π. Φάληρο. Ετσι και έγινε.

Καθισμένος στο αίθριο σε ένα τραπεζάκι δίπλα στην τζαμαρία
απολάμβανε τη λιακάδα. Ντυμένος στα μαύρα, με τα μαλλιά μακριά και
τις φαβορίτες, το σήμα κατατεθέν του, κάπνιζε το πούρο του και
έπινε τσάι.

Αφορμή της συνέντευξης είναι οι εμφανίσεις του που συνεχίζει και
μετά το Πάσχα στα «Εννέα όγδοα» της λεωφόρου Αλεξάνδρας. Πώς και
επέλεξε ένα μικρό χώρο, αυτός που συντήρησε επί δεκαετίες τις
μεγάλες πίστες; «Το έκανα για να ευχαριστήσω μερικούς φίλους που με
έτρωγαν «πήγαινε Σταμάτη, πήγαινε”. Σε τέτοιο μικρό χώρο δεν είχα
ξανατραγουδήσει. Ο κόσμος όμως το ευχαριστιέται και έρχεται η
στιγμή που γινόμαστε όλοι μια παρέα. Το ρεπερτόριο είναι αυτό που
τραγούδησε ο μικρός Σταμάτης Κόκκοτας μέχρι που έγινε μεγάλος και
μπήκε σε όλα τα σπίτια, τις καρδιές και όλα τα βαλάντια».

Μιλάει για την κρίση, για τον κόσμο που έγινε πιο σφιχτοχέρης:
«Δεν έχει διάθεση να διασκεδάσει όπως έκανε κάποτε. Βέβαια, και
ποιο είδος να τον παρακινήσει. Αυτά που ακούμε από την τηλεόραση
δεν έχουν καμία σχέση με το ελληνικό λαϊκό τραγούδι, είναι εκτός.
Κάθε μέρα κλείνει και ένα μαγαζί. Η Ελλάδα πονάει, δυσκολεύεται.
Οταν ξεκίνησα αρχές δεκαετίας του ’60 και τότε η χώρα είχε
προβλήματα. Τη μεγάλη κρίση όμως τώρα τη ζούμε. Τότε ζούσαμε ένα
μικρό πέρασμα».

Ανετος, με το πούρο στα χειλη, μου μιλάει για τον «Σταμάτη» σε
τρίτο πρόσωπο. Πώς τα κατάφερε. «Δουλειά και πάλι δουλειά. Ηθελε να
είναι τέλειος. Κι έγινε ο πρώτος». Αυτά την εποχή που τρέλαινε τον
κόσμο από το Αιγάλεω ώς το Κολωνάκι με το «Ονειρο απατηλό» του
Απόστολου Καλδάρα ή με το «Ενα μεσημέρι» του Σταύρου Ξαρχάκου και
του Νίκου Γκάτσου. Τώρα; «Σήμερα το τραγούδι είναι βαθιά λυπημένο,
διότι δεν συγκινεί κανέναν. Παραπονιέται γιατί δεν έχει την
υπογραφή του μεγάλου συνθέτη ή του μικρού αλλά ταλαντούχου. Τα
σημερινά τραγούδια θυμίζουν τα στιχάκια πίσω από τις σελίδες των
παλιών ημερολογίων».

Πόσοι όμως από τους παλιούς καταξιωμένους δημιουργούς γράφουν
σήμερα; Οι περισσότεροι έχουν στερέψει και κάποιοι άλλοι παρατηρούν
αμήχανοι την πραγματικότητα που τους ξεπέρασε. «Είναι εκτός
παραγωγής επειδή τους έχουν αποκαρδιώσει οι εταιρείες» διαφωνεί.
«Παλιά υπήρχε ο κορυφαίος Τάκης Λαμπρόπουλος. Μυριζόταν τα σουξέ.
Θα μου πεις, πώς θα πείσει ο νέος που βγαίνει και δεν έχει βιώματα,
αν δεν δουλέψει πολύ από τα χαμηλά στα ψηλά. Από την ταβέρνα, τα
μικρά μαγαζιά, να πάει στα μεγαλύτερα για να φτάσει έπειτα από
εμπειρία στο στούντιο να γραμμοφωνήσει. Μιλάνε για λαϊκό, αλλά αυτό
έχει ρίζες βαθιές από δημιουργούς που έγραψαν τη ζωή και
μεταμόρφωσαν τη στιγμή σε κορυφαία τραγωδία. Οι νέοι τελειώνουν
πανεπιστήμια και κολέγια αλλά δεν πείθουν πάντα. Το θέμα δεν είναι
οι τίτλοι σπουδών, αλλά πόσο έκατσες και διάβασες γι’ αυτό που
θέλεις να κάνεις και κυρίως να δουλέψεις το ταλέντο σου. Την
ιστορία του τόπου σου που δεν έζησες τη μαθαίνεις από τους γονείς
σου αν έχουν τον τρόπο, της ζωής την ψάχνεις στην κοινωνία, στις
παρέες και στην εφημερίδα. Μια τάξη σχολείου είναι αν τη διαβάζεις
συστηματικά. Ομως τα παιδιά σήμερα κοιτάνε το εφήμερο. Με τα λόγια
χτίζουμε ανώγια και κατώγια. Ε, δεν μπορεί να γεννηθεί ταλέντο υπό
τοιαύτας συνθήκας!».

Μήπως είναι άδικος με όσους ξεκινούν τώρα; «Δεν αδικώ τους
νέους, το μόνο που λέω είναι ότι πρέπει να έχουν ένα όνειρο. Ενα
όνειρο τρελό, κι ας είναι και απατηλό. Η ελπίδα χτίζεται. Το λέει ο
Σταμάτης».

Στην εποχή του, τότε που υπήρχαν οι αληθινοί σταρ, το τραγούδι
είχε περισσότερο συναισθηματισμό. Σήμερα έχει αμβλυνθεί. Εκείνος
έχει άλλο χαρακτηρισμό: «μοιάζει λουστραρισμένο». Και όταν το
λούστρο φεύγει, μένει η ελαφρότητα. Υποκλίνεται στην ποπ. «Ολα
άλλαξαν από τη στιγμή που ξεφύγαμε από τις αρχές του τραγουδιού:
τον συνθέτη και τον ποιητή. Αν τα τραγούδια δεν είχαν την κατάλληλη
μελωδία και τον στίχο δεν γίνονταν επιτυχίες. Εγώ μαντάμ τραγούδησα
θεούς. Ηταν όλοι τους ένας κι ένας: Ξαρχάκος, Γκάτσος, Καλδάρας,
Λευτέρης Παπαδόπουλος, Γιάννης Σπανός, Δήμος Μούτσης, Ευτυχία
Παπαγιαννοπούλου. Ας με συγχωρήσουν όσοι τους ξεχνάω».

Στο μεταξύ η κίνηση γύρω μας αυξάνεται. Από τα διπλανά μας
τραπέζια οι 30άρηδες γιάπηδες τον κοιτούν με δέος: «Αυτός είναι!».
Οι πιο θαρραλέοι πλησιάζουν: «Να είστε πάντα καλά». Ο Σταμάτης
Κόκκοτας δίνει αρχοντικά το χέρι του μοιράζοντας χαμόγελα με την
άνεση του ανθρώπου που απολαμβάνει την αναγνώριση καθημερινά. «Πού
γεννηθήκατε;» τον επαναφέρω. Στο Κολωνάκι απαντά, συμπληρώνοντας
ότι μεγάλωσε στου Ζωγράφου. Τα παιδικά του χρόνια; «Οπως όλων»
αποφεύγει τις λεπτομέρειες. «Ομως από μικρό παιδί ονειρευόμουν να
γίνω τραγουδιστής».

Ηταν μέλος του «Τρίο Μπελίσιμο» και τα πρώτα βήματα έγιναν στο
πάλκο με τη Βίκυ Μοσχολιού, τον Πάνο Τζανετή κ. ά. Εφτασε ώς το
Παρίσι όπου έμεινε μεγάλο διάστημα και εκεί τον πέτυχε ο Ξαρχάκος.
«Στον Σταύρο έχω μεγάλη υποχρέωση, του οφείλω όπως και στον Γ.
Μακράκη». Επιστρέφοντας ηχογράφησαν το «Ενα μεσημέρι». Κι όλη η
Ελλάδα μιλούσε γι’ αυτή τη γλυκιά φωνή, το νέο της αστέρι που είχε
κάνει και ένα βουβό πέρασμα στις «Διπλοπενιές» με την Βουγιουκλάκη.
«Υστερα δούλεψα με τον Γιώργο Ζαμπέτα. Ο «Αρίων ο κιθαρωδός” όπως
τον βάφτισα ήταν πανεπιστήμιο, αυτός και το μπουζούκι του».

Σε μια εποχή που η Ελλάδα ήθελε να ξανοιχτεί, οι αριστεροί
κυνηγιούνταν ακόμη, οι ταινίες σαν τον «Ζορμπά» και το «Ποτέ την
Κυριακή» έκαναν επιτυχίες ενώ οι «Μπιτλς» γίνονταν θρύλος, ο 25άρης
Σταμάτης Κόκκοτας έφτιαχνε το δικό του αστέρι. Πώς το λαϊκό παιδί
ισορρόπησε με το μοντέρνο; «Απ’ αυτούς πήρατε την ιδέα με τις
φαβορίτες;» τον ρωτάω. «Η δική τους γειτονιά ήταν αυτό που
τραγουδούσαν και η δική μου το λαϊκό τραγούδι. Δεν αντέγραψα
κανέναν. Δική μου ήταν η ιδέα με τα μαλλιά και τις φαβορίτες και
δεν πρόκειται να τις κόψω».

Κι όταν κάποτε μια εταιρεία που κατασκεύαζε ξυραφάκια τού
πρόσφερε ένα μεγάλο ποσό για να τις ξυρίσει, εκείνος τους έβαλε στη
θέση τους. «Αντιπρότεινα να τους δώσω τα διπλά για να τους κάνω
μπάνιο στην Ομόνοια. Ημουν καλλιτέχνης με πιστεύω. Πυγμή και
επιμονή. Εψαχνα το τέλειο, δεν δικαιολογούσα λάθη. Τραγούδησα
χρόνια μαζί με τον Μπιθικώτση, την Μοσχολιού, τον Χρηστάκη και
πάντα προσπαθούσα να είμαι ο καλύτερος. Τα πρόσεχα όλα. Από τον
λαιμό μου ώς τα κορδόνια των παπουτσιών. Γι’ αυτό έγινα αυτός που
έγινα».

«Εχω γιατρέψει κάθε πονεμένο»

Πώς ήταν να τραγουδάς σε μια Ελλάδα που ήθελε να ξεφύγει από τα
κατοχικά σύνδρομα και μια άλλη πλευρά της σάπιζε στις φυλακές; «Εγώ
γιάτρεψα κάθε πονεμένο. Το τραγούδι μου ήταν για όλες τις
κοινωνικές τάξεις». Το «Ονειρο απατηλό», «Ενα μεσημέρι», «Μη μου
χτυπάς τα μεσάνυχτα την πόρτα», «Γιε μου», «Με τι καρδιά να σ’
αποχαιρετήσω», «Στου Προφήτη Ηλία», έκαναν ώς το τέλος της
δεκαετίας του ’70 τον Κόκκοτα είδωλο. «Στα μαγαζιά που τραγουδούσε
σύχναζε ο «καλύτερος κόσμος». Και εκείνος ήταν περιζήτητος μαζί με
τον Ζαμπέτα στους καλύτερους κύκλους και τις παρέες των
εφοπλιστών.

«Ο Ωνάσης ήταν επιστήθιος φίλος, κι αυτός και η Τζάκι και η
Κάλλας. Και όταν κάποτε έγραψε μια γαλλική εφημερίδα ότι η Τζάκι
αγαπάει τον ελληνικό ουρανό κι έναν τραγουδιστή με φαβορίτες, τους
πήρε και τους σήκωσε. Είχαμε αγνή φιλία. Η Μαρία με λάτρευε.
Θυμάμαι όταν οι γιατροί τής απαγόρευσαν το τραγούδι, εκείνη
τραγουδούσε στο σπίτι. Σαν αηδόνι στο κλουβί. Μόνο που τέτοιο
ταλέντο δεν ξαναείδαμε έκτοτε. Ο Αρίστος λάτρευε τα παιδιά του,
αλλά οι υποχρεώσεις δεν τον άφηναν να είναι κοντά τους».

Ο ίδιος έχει τρία παιδιά. «Η Ελλη είναι η μεγαλύτερη και με
έκανε και παππού. Η εγγονή μου είναι μια γυναικάρα 13 ετών!». Ο
Ντίμης, όπως φωνάζει τον Δημήτρη Κόκκοτα, είναι ο μόνος που
ακολούθησε το τραγούδι, ενώ η 22χρονη Μαριάννα από τον δεύτερο γάμο
του μόλις τελείωσε το πανεπιστήμιο, φιλοσοφία. «Ημουν πάντα δίπλα
τους. Αυστηρός με τα λόγια». Φεύγοντας τον ρωτάω αν προετοιμάζεται
ότι κάποτε θα αποσυρθεί: «Τι λέτε; Ο, τι και να γίνει, ο Σταμάτης
θα τραγουδάει».

Δημοσιογραφικές υπερβολές για έναν θρύλο

«Αρχοντας στη δουλειά του», «απόλυτος» έλεγε για τον Κόκκοτα ο
Γρηγόρης Μπιθικώτσης. «Μα ήταν τόσο καλός που τον θαύμαζα» γράφει
στη βιογραφία (εκδ. Κοχλίας): «…Στο μαγαζί που δουλεύαμε ήταν
θαυμάσιος. Δεν έκανε ούτε ένα φάλτσο». «Είμαι απόλυτος άνθρωπος»
περηφανεύεται και σε μας. Οσο για το αν υπήρξε τυχερός, είναι
κατηγορηματικός: «την τύχη την δημιουργείς».

Τώρα πια απολαμβάνει τη συζήτηση, ενώ ο χώρος γύρω μας έχει
γεμίσει από θαυμαστές. «Είδατε τι σημαίνει Κόκκοτας;» μου δείχνει
τον κόσμο. «Οταν κυκλοφόρησε το «Ενα μεσημέρι στης Ακρόπολης τα
μέρη” δεν μπορούσα να κυκλοφορήσω στον δρόμο. Ημουν πια εκείνος
που δεν μπορούσες να πολεμήσεις με τίποτα. Με αγαπούσαν και οι
δημιουργοί και οι συνάδελφοί μου και το κοινό»

Ηταν οι εποχές που ο «ασυμβίβαστος» Κόκκοτας όπως τον περιγράφει
ο Τάκης Πανανίδης στα «Θρυλικά του ’60 – ’65» (εκδ. Ντέφι) ήταν
«σούπερ σταρ της εποχής». «Εβγαλε τα πιο πολλά λεφτά απ’ όλους
τότε, αλλά τα περισσότερα φύγανε στα χόμπι του. Αγορά πλοίου, στόλο
αυτοκινήτων αγώνων, στάβλο δρομώνων ίππων και άλλα».

Κομψός, πλούσιος, με ρολς ρόις, θυμάμαι ως παιδί να γράφουν τα
περιοδικά της εποχής. Εμεινε κάτι απ’ όλα αυτά. Από τα άλογα; «Οταν
κατάλαβα ότι δεν είναι για μένα τα εγκατέλειψα». Από τα αυτοκίνητα
κάτι έμεινε, αν και δεν θέλει να το προσδιορίσει. «Τότε δεν μου
έλειπε τίποτα. Πολλά απ’ αυτά είναι δημοσιογραφικές υπερβολές».

«Ολοι οι παλιοί έλεγαν ότι ήσασταν κουβαρντάς. Οτι βοηθούσατε
τον κόσμο». «Εδινα πράγματι. Οι περισσότεροι ήταν ψεύτες, έχω
βοηθήσει όμως και πολύ καλό κόσμο». «Και τα σακάκια σας είχαν
πράγματι την εσωτερική τσέπη έτσι ώστε να μπαίνουν τα
χαρτονομίσματα όρθια για να τα τραβάτε εύκολα και όχι διπλωμένα;».
«Ε, εντάξει» ξεφεύγει κολακευμένος.


Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ