ΠΡΟΣΩΠΑ

Μιχάλης Κακογιάννης, the Greek

Μιχάλης Κακογιάννης, the Greek

michalis-kakogiannis-the-greek0
Ο σκηνοθέτης που, χωρίς να αντιγράψει,
χωρίς να νοθεύσει, ύμνησε τη χώρα του και τον λαό της μέσα από τις
αντιφάσεις του

Της Μαριας Kατσουνακη

Μια φράση δεν ταιριάζει καθόλου στον Μιχάλη Κακογιάννη. Την
προφέρει στο τέλος του «Βυσσινόκηπου» ο γερο-υπηρέτης Φιρς, ενώ από
μακριά αντηχεί το τσεκούρι των ξυλοκόπων που κόβουν τις βυσσινιές:
«Πέρασε η ζωή σαν να μην την έζησα». Πέθανε την περασμένη Δευτέρα,
σε ηλικία 90 ετών, ανήκοντας στους προικισμένους και προνομιούχους
της τέχνης και της ζωής. Το έργο του αναγνωρίστηκε διεθνώς,
εξαρχής, διακρίθηκε, βραβεύτηκε, τιμήθηκε, είδε τη δουλειά του να
αποδίδει καρπούς, εισέπραξε πολλή αγάπη, έκανε τις καλλιτεχνικές
επιλογές που ήθελε χωρίς εκπτώσεις. «Ξέρω ότι υπήρξα συνεπής έστω
και χωρίς οικονομικά οφέλη. Εχω χρηματοδοτήσει πολύ τις
δραστηριότητές μου τόσο στο θέατρο όσο και στον κινηματογράφο»,
είχε πει σε παλαιότερη συνάντησή μας.

Από τον «ήσυχο επαρχιωτισμό της γενέτειράς του, της Λεμεσού»,
βρέθηκε στο Λονδίνο με το ξέσπασμα του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου.
Μιλώντας «άψογα αγγλικά», όπως επισημαίνει ο Guardian στη
νεκρολογία του, βυθίστηκε στην καλλιτεχνική του εκπαίδευση, αφού
ξεπλήρωσε το πατρικό χρέος αποφοιτώντας από τη νομική σχολή.
Σπούδασε ηθοποιός, παρακολούθησε σεμινάριο σκηνοθεσίας στο Old Vic,
φλέρταρε με την όπερα ως τενόρος, καριέρα που έληξε εν τη γενέσει
της, «άδοξα με ένα ανώριμο ρεσιτάλ, το οποίο πνιγόταν κάθε τόσο από
τις ιπτάμενες βόμβες που τράνταζαν την αίθουσα». Αλλά ούτε ως
ηθοποιός έκανε πολλά βήματα. Αφού ερμήνευσε τον «Καλλιγούλα» του
Καμί, έβαλε τελεία στις υποκριτικές ανησυχίες του. Ενα σενάριο που
είχε γράψει τον οδήγησε σε αναζήτηση χρηματοδότησης και στις δύο
πλευρές του Ατλαντικού. Το πρώτο όμως διετές αυτό κυνηγητό τον
άφησε, όπως εξομολογείται ο ίδιος, «με μια φθίνουσα εμπιστοσύνη για
το εμπορικό κατεστημένο, που ωφέλησε αλλά και δυσκόλεψε την καριέρα
μου, με την άρνησή μου να ενταχθώ στο χολιγουντιανό σύστημα».

Η Αθήνα

Αρχές της δεκαετίας του ’50 εγκαθίσταται στην Αθήνα και μέσα από
τη μικρή μας πόλη, τη μικρή μας χώρα, ο Μιχάλης Κακογιάννης
συναντιέται με τη διεθνή κινηματογραφική κοινότητα. Μαζί του το
ελληνικό σινεμά διασχίζει τα σύνορα. Θα αρκούσε να πούμε ότι πήρε
τον ελληνικό κινηματογράφο από το χέρι, σε μια εποχή που το
ελληνικό ταυτιζόταν με τη φουστανέλα (εντός ή εκτός εισαγωγικών),
και τον οδήγησε στην ενηλικίωση, τον όπλισε με διαβατήριο για να
μπορεί να ταξιδεύει, του δώρισε τους πρώτους του μύθους: την Ελλη
Λαμπέτη, τη Μελίνα Μερκούρη, την Ειρήνη Παπά. Τίναξε αποφασιστικά
από το σώμα του ελληνικού κινηματογράφου τη μιζέρια και την ήττα,
του έδωσε τη δυνατότητα να πατήσει στα πόδια του, να
χειραφετηθεί.

Το βλέμμα του στην Αθήνα («Κυριακάτικο ξύπνημα», «Στέλλα», «Το
τελευταίο ψέμα») είναι ενός ερωτευμένου με την πόλη νέου σκηνοθέτη.
Ο Κακογιάννης έθεσε τις βάσεις του αστικού μύθου της. Στις πρώτες
ταινίες του (τέσσερις συνολικά, μαζί με «Το κορίτσι με τα μαύρα»
που γυρίστηκε στην Υδρα) ερμηνεύει τη σύγχρονη ελληνική
πραγματικότητα μέσα από την ακαμψία των κοινωνικών σχέσεων. Οι
δρόμοι της Αθήνας ή τα νησιώτικα σοκάκια «συνοδεύουν» τους ήρωες
στην αναζήτηση της ευτυχίας.

Οι ηθοποιοί

Τα διεθνή φεστιβάλ έχουν ήδη ανακαλύψει τον Μιχάλη Κακογιάννη με
το «Κυριακάτικο ξύπνημα» (1953) και τη «Στέλλα» (1955). Οταν
προβλήθηκε στο Λονδίνο το «Τελευταίο ψέμα» (1958), η Κάθριν
Χέπμπορν και ο Μοντγκόμερι Κλιφτ, που γύριζαν εκεί το «Ξαφνικά
πέρσι το καλοκαίρι», ζήτησαν να δουν την ταινία σε ιδιωτική
προβολή. «Δέχτηκα γιατί τη θαύμαζα απεριόριστα και ήθελα να τη
γνωρίσω», σχολιάζει ο σκηνοθέτης. Σε μια χαρακτηριστική σκηνή με τη
Λαμπέτη και τον Νικολινάκο, η Χέπμπορν έπιασε το χέρι του
Κακογιάννη και του είπε: «Μιχάλη, πόσο θα ήθελα, κάποια μέρα, να
μπορούσα κι εγώ να παίξω μια σκηνή όπως την έπαιξε αυτή η κοπέλα».
Οι κριτικοί στο Λονδίνο σύγκριναν τη Λαμπέτη με την Γκάρμπο και ο
Κακογιάννης είχε ήδη αναδείξει μια «ασυνήθιστα καλή ηθοποιό» σε
σταρ.

Δεν ήταν η μόνη. Κατείχε, όσο ελάχιστοι σκηνοθέτες, την τέχνη να
διδάσκει ηθοποιούς, να μεταγγίζει πάθος, επιθυμία, να κλονίζει
βεβαιότητες, να απαιτεί ένα βήμα πιο πέρα. «Οι απαιτήσεις που έχω
με κάνουν να κερδίζω την εμπιστοσύνη αλλά και τη δυσφορία τους,
κάποτε σε ίσες δόσεις», είχε γράψει. «Αυτοί που «αναχαιτίστηκαν»
λιγότερο από το απαιτητικό αλλά γενναιόδωρο μάτι μου, υπήρξαν οι
πολύ νέοι και οι συνήθως χαρακτηριζόμενες δύσκολες βεντέτες, των
οποίων το εγώ είναι ισοδύναμο με το ταλέντο τους».

Οι τραγωδίες

Μέσα από τους δρόμους του μελοδράματος και της λαϊκής τραγωδίας,
ο Μιχ. Κακογιάννης συναντά την αρχετυπικά ανθρωποκεντρική και
δραματικά σύγχρονη δύναμη της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας. Πρώτα με
την «Ηλέκτρα» (1961), στη συνέχεια με τις «Τρωάδες» (1970), για να
ολοκληρώσει την ευριπίδεια τριλογία του με την «Ιφιγένεια», το
1977. Η Ειρήνη Παπά είναι το πρόσωπο στο οποίο οι κριτικοί
επιφυλάσσουν ιδιαίτερη μνεία.

Αγονα τοπία, ερείπια, σκληρό φως. Ο σκηνοθέτης κινηματογραφεί
τον ζόφο χωρίς να προσπαθεί να χαμηλώσει τους τόνους ή να θυσιάσει
την ουσία στην αισθητική. Σέβεται τη φόρμα της τραγωδίας, αλλά
προεκτείνει τον ρεαλισμό της. Η οδύνη δεν εκφράζεται μόνο μέσα από
τον λόγο του Ευριπίδη, είναι αποτυπωμένη στα πρόσωπα, σκαμμένα από
τον πόνο και την απελπισία αλλά γεμάτα αξιοπρέπεια και υπεροχή. Ο
Κακογιάννης έντυσε τους ήρωες με αρχαία ρούχα και τους κίνησε με
σημερινό ύφος και ήθος. Διασκεύαζε τα έργα κατευθείαν από το αρχαίο
κείμενο. Πετούσε τις υπάρχουσες μεταφράσεις, «εξαιτίας του
πομπώδους και στολισμένου ύφους τους». «Είναι η αίσθηση που έχει ο
Ευριπίδης για τα πρόσωπα», έλεγε, «τα ψυχολογικά κίνητρα πίσω από
τις λέξεις και το καταπληκτικό του αισθητήριο για το πολύπλοκο της
ανθρώπινης ψυχής, που κάνει τον διάλογό του τόσο εκπληκτικά ζωντανό
και τόσο συντονισμένο με την ιδιόμορφη ποίηση του κινηματογράφου
και τη δύναμη της αδυσώπητης πραγματικότητάς του… Ο Ευριπίδης δίνει
μαθήματα αντικειμενικότητας και ελευθερίας. Αυτήν την απλότητα,
αυτόν τον ευλαβικό ρεαλισμό έχουμε απόλυτα ανάγκη να τα ξαναβρούμε,
σήμερα ιδιαίτερα, που χιλιάδες ασυναρτησίες παιδεύουν το
πνεύμα».

Η Κύπρος – η πολιτική

Οσο μεγάλωνε ο Μιχάλης Κακογιάννης, ιδιαίτερα από τον «Αττίλα
’74» και μετά, ντοκιμαντέρ (το μοναδικό στη φιλμογραφία του) για
την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, ένιωθε όλο και πιο κοντά στη
γενέτειρά του. «Ολα ξεκίνησαν με την ανατροπή μιας κοινωνίας μέσα
στην οποία μεγάλωσα, ισορροπημένης, με ενσωματωμένους τους
Τούρκους. Με πληγώνει η ιδέα ότι η πατρίδα μου, όπως τη γνώρισα και
μεγάλωσα, αιμορραγεί, ότι είναι διαμελισμένη. Οταν το σκέφτομαι δεν
το αντέχω», μας είχε πει πριν από λίγα χρόνια.

Αλλά στην ερώτηση αν αυτή ήταν η αφορμή της πολιτικοποίησής του,
η απάντηση (σε άλλη συνέντευξή του, το 1979) είναι σαφής: «Δεν
πολιτικοποιήθηκα μόνο με τον «Αττίλα». Ημουν πολιτικοποιημένος,
αλλά με τον σωστό τρόπο, από την πρώτη στιγμή. Αντίθετα, μπορεί μια
ταινία με πολιτικό θέμα να μην αφήσει τον θεατή να καταλάβει την
πολιτική της θέση, να τον μπερδέψει, ακόμη και πολλές φορές να τον
ρίξει σε παγίδες όταν, προσπαθώντας να προβάλει μια πολιτική θέση,
προβάλλει τελικά την αντίθετη. Αυτό έχει συμβεί πολλές φορές. Στους
«Κυνηγούς» (σ.σ. του Θόδωρου Αγγελόπουλου), κατά τη γνώμη μου,
λόγου χάρη και στο «1900» του Μπερτολούτσι. Σ’ αυτές τις ταινίες, η
θέση του καλλιτέχνη, που πάει προς τ’ αριστερά, για μένα θολώνει
γιατί κυριαρχεί μια αίσθηση γοητείας στην απεικόνιση της αστικής
τάξης. Τη θεωρούν πιο ενδιαφέρουσα απ’ τον λαό. Τον λαό δεν ξέρουν
να τον παραστήσουν. Οι εκπρόσωποί του εμφανίζονται ιδρωμένοι, με
γένια, με διάλογο ελλιπέστατο, ενώ βγαίνουν πιο περίπλοκα και
ενδιαφέροντα πρόσωπα οι αστοί! Ετσι η γοητεία της αστικής τάξης
είναι πιο σημαντική από το πάθος και τις διεκδικήσεις του λαού. Γι’
αυτό εγώ προτιμώ την τραγωδία. Γιατί στην τραγωδία τα πράγματα
είναι πολύ ξεκάθαρα. Η κατηγορία εναντίον της άρχουσας τάξης στην
ελληνική τραγωδία λειτουργεί ως καταπέλτης, μ’ έναν τρόπο που
σπάνια τον συναντά κανείς στα σημερινά έργα».

Οι μύθοι, ένας επίλογος

Το κινηματογραφικό σύμπαν του Μιχάλη Κακογιάννη συντίθεται από
μύθους, κυρίως εξαγώγιμους. Η «Στέλλα», ο «Αλέξης Ζορμπάς», ο Μάνος
Χατζιδάκις, ο Μίκης Θεοδωράκης, η Ελλάδα. Από τις 15 ταινίες της
φιλμογραφίας του μόνον τρεις γυρίστηκαν εκτός Ελλάδος. Η εικόνα της
χώρας που πρόβαλλε, τόσο το αστικό τοπίο της όσο και η ύπαιθρος,
μέσα από την ιστορία, την ανθρωπογεωγραφία, τη λογοτεχνία της,
τροφοδότησε για δύο τουλάχιστον δεκαετίες τους ξένους επισκέπτες
και τον ξένο Τύπο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι περισσότερες νεκρολογίες
των αγγλικών και αμερικανικών εφημερίδων εστιάζουν στον «Ζορμπά».
Δεν είναι μόνο ο Αντονι Κουίν και τα τρία Οσκαρ. Η ταινία αυτή
γυρισμένη σε ένα κρητικό χωριό και η «Στέλλα» περιορισμένη στο
κέντρο της πόλης, στην Πλάκα, έγιναν το σήμα κατατεθέν ενός λαού. Ο
τρόπος που συστήθηκαν, κινηματογραφικά, οι Ελληνες στο εξωτερικό. Ο
Μιχάλης Κακογιάννης ήταν διεθνής γιατί ήταν, κατ’ αρχάς, τοπικός.
Δεν μιμήθηκε, δεν αντέγραψε, δε νόθευσε. Σεβάστηκε το χρώμα, ίσως
και τον εξωτισμό της εποχής. Εβγαλε την τραγωδία από την
απολιθωμένη σχέση της με τη σχολική παράδοση. Την έκανε οικεία,
σαρκική, χοϊκή, σκοτεινή, μεγαλόπρεπη. Ισορρόπησε ανάμεσα στη χαρά
της ζωής και στον τρόμο, ανάμεσα στον έρωτα και στην αθλιότητα.
«Λαός ελληνικός, λαός βασιλιάς, λαός απελπισμένος», έλεγε ο Πολ
Ελιάρ. Και ο Μιχάλης Κακογιάννης ύμνησε αυτόν τον λαό μέσα από τις
αντιφάσεις του.

Στοιχεία αντλήθηκαν από την εξαιρετική έκδοση για τον Μιχάλη
Κακογιάννη του 36ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (1995), σε
επιλογή υλικού και επιμέλεια Μπάμπη Κολώνια, από το βιβλίο του
Μιχάλη Κακογιάννη «Δηλαδή…» (εκδ. Καστανιώτη, 1990) και από το
ντοκιμαντέρ της Λυδίας Καρρά «Μια ζωή μια εποχή – Μιχάλης
Κακογιάννης» (2008).


Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ