ΠΡΟΣΩΠΑ

Ιάκωβος Καμπανέλλης, το τελευταίο ταξίδι στην Αυλή των Θαυμάτων


Ιάκωβος Καμπανέλλης, το τελευταίο ταξίδι στην Αυλή των
Θαυμάτων

Της Ολγας Σελλα

«Και αν με ξαναρωτούσαν ποια είναι η φιλοδοξία μου στο θέατρο,
θα ‘λεγα πως θα ήθελα, με μια σειρά από θεατρικά έργα, ν’ ανακαλύψω
τον Ελληνα σαν σύγχρονο άνθρωπο. Η «Αυλή των θαυμάτων» βασίζεται
στην έλλειψη σταθερότητας και σιγουριάς, που χαρακτηρίζει τη ζωή
του Ελληνα. Ολα στην Ελλάδα ανεβοκατεβαίνουν πολύ εύκολα, κυλούν,
φεύγουν κι η συνηθισμένη λαχτάρα του Ρωμιού είναι να στεριώσει
κάπου, να σιγουρέψει κάτι». Λόγια -προφητικά- από το κείμενο του
Ιάκωβου Καμπανέλλη, που συνόδευε το πρόγραμμα της παράστασης «Η
αυλή των θαυμάτων», όταν πρωτοπαρουσιάστηκε, το 1957, στο Θέατρο
Τέχνης.

Ο, τι είχε επιθυμήσει, το κατάφερε και με το παραπάνω ο Ιάκωβος
Καμπανέλλης. Εζησε σχεδόν 90 χρόνια και έφυγε χορτάτος και
τιμημένος. Από την πολιτεία, αλλά κυρίως από το κοινό. Για τα
θεατρικά, για τις ταινίες, για τα τραγούδια. Ο ακαδημαϊκός και
θεατρικός συγγραφέας Ιάκωβος Καμπανέλλης πέθανε χθες το μεσημέρι
στην εντατική του νοσοκομείου «Μητέρα» όπου νοσηλευόταν για
περισσότερους από δύο μήνες, λόγω της επιδείνωσης της νεφρικής
ανεπάρκειας που τον ταλαιπωρούσε. Σ’ αυτό το διάστημα η σύντροφός
του, Νίκη, δεν άντεξε. Πέθανε πριν από λίγες μέρες από οξύ
εγκεφαλικό. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης δεν μπόρεσε να την
αποχαιρετίσει…

Γεννήθηκε στη Νάξο το 1922, παιδί πολύτεκνης οικογένειας και
μπήκε από μικρός στα δύσκολα. Ηρθαν οικογενειακώς στην Αθήνα για να
επιβιώσουν, ο Ιάκωβος εργαζόταν και πήγαινε σε νυχτερινή τεχνική
σχολή, αλλά αυτό δεν στάθηκε εμπόδιο στην αγάπη του για τα βιβλία.
Ηταν 20 ετών όταν πήρε τον δρόμο για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης των
Γερμανών. Η απελευθέρωση τον βρήκε στο στρατόπεδο του Μαουτχάουζεν,
στις 5 Μαΐου 1945. Ο Ιάκωβος Καμπανέλλης το γνώρισε για τρία
ολόκληρα χρόνια. Οι υπόλοιποι ακολουθήσαμε τον Αντώνη «στη σκάλα
των δακρύων» και «το κορίτσι με τα φοβισμένα μάτια» πολλά χρόνια
αργότερα. Στους στίχους που έγραψε και μελοποίησε ο Μίκης
Θεοδωράκης.

Επιχείρησε να ξεχάσει τις οδυνηρές εμπειρίες μέσω της τέχνης.
Μια παράσταση στο υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης τον έδεσε για πάντα μ’
αυτή τη γλώσσα. Το πρώτο του θεατρικό έργο – «Χορός πάνω στα
στάχυα» – (θίασος Λεμού) παρουσιάστηκε το 1950. Το 30ό του, 50
χρόνια αργότερα. «Η έβδομη μέρα της δημιουργίας», «Η αυλή των
θαυμάτων», «Η ηλικία της νύχτας», «Το παραμύθι χωρίς όνομα»
(παρουσιάζεται φέτος από την Παιδική Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου),
«Οδυσσέα γύρισε σπίτι», «Το μεγάλο μας τσίρκο», «Τα τέσσερα πόδια
του τραπεζιού», «Ο μπαμπάς ο πόλεμος». «Τα έργα της ωριμότητάς του,
ως δραματικές συνθέσεις ποιητικότητας και ανθρωπιάς,
παρατηρητικότητας και στοχασμού, κριτικής και αυτοκριτικής,
συγχώρεσης και αυτοσυγχώρεσης, έργα φιλοσοφικού βάθους και
δραματουργικής πρωτοτυπίας, θα μείνουν και στο μέλλον μέτρα
σύγκρισης και αξιολόγησης», έγραψε ο θεατρολόγος Βάλτερ
Πούχνερ.

Εξίσου μεγάλη σφραγίδα έχει αφήσει και στον κινηματογράφο,
υπογράφοντας τα σενάρια εμβληματικών ταινιών: «Στέλλα» του Μιχ.
Κακογιάννη, «Δράκος» του Ν. Κούνδουρου, «Η αρπαγή της Περσεφόνης»
του Γρ. Γρηγορίου, «Το κανόνι και τ’ αηδόνι» που σκηνοθέτησε ο
ίδιος. Και στο ενδιάμεσο ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Μάνος Χατζιδάκις
έγραψαν μερικά από τα ωραιότερα έργα τους μελοποιώντας στίχους του
(«Παραμύθι χωρίς όνομα», «Μαουτχάουζεν»). «… θρηνώ τον φίλο, τον
συνεργάτη και τον άνθρωπο που ομόρφυνε με τα έργα του τη ζωή μας»,
δήλωσε χθες ο Μίκης Θεοδωράκης. Δηλώσεις για τον θάνατό του έκαναν
το ΥΠΠΟΤ, το ΚΘΒΕ, η ΕΡΤ κ. ά.

Τιμές και αναγνώριση

Οι τιμές δεν άργησαν να έρθουν. Αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ
στα Πανεπιστήμια Κύπρου, Θεσσαλονίκης και Αθήνας. Από το 1981 ώς το
1987 υπήρξε γενικός διευθυντής της Ελληνικής Ραδιοφωνίας. Το 1999
εξελέγη τακτικό μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στην Εδρα Θεατρικής
Δραματουργίας, ενώ διετέλεσε πρόεδρος του Ιδρύματος Ουράνη.

Ολη η Αθήνα το χειροκρότησε

«Καλήν εσπέραν αφεντάδες, καλώς ορίσατε κυράδες…» Αν υπήρχαν
τότε χιτ, αυτό θα ήταν το θεατρικό χιτ στα χρόνια της δικτατορίας.
«Το μεγάλο μας τσίρκο», σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη, ανέβηκε στο
θέατρο Αθήναιον το 1973, από τον θίασο Τζένης Καρέζη και Κώστα
Καζάκου σε μουσική Σταύρου Ξαρχάκου και τη φωνή του Νίκου Ξυλούρη.
Και αν αναζητούσαμε ποια παράσταση εκείνα τα χρόνια έγινε
πραγματική λαϊκή, αυτή αναμφίβολα ήταν «Το μεγάλο μας τσίρκο».
Ακριβώς επειδή ήταν ο κλαυσίγελως της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.
Και επειδή ανακάτευε τη συγκίνηση και τη μελαγχολία με τη διέξοδο
της σάτιρας, του γέλιου και του τραγουδιού. «Κι αν σας
κακοκαρδίσαμε ή αν σας κάναμε να γελάσετε με πράγματα που δεν
έπρεπε, είναι γιατί διαλέξαμε το φαρδύ το δρόμο. Εκεί που η ζωή
είναι χύμα. Το αστείο, το σοβαρό, τα όσια και τα ιερά, ο άγιος και
ο θεομπαίχτης», έλεγε… Κι από στόμα σε στόμα, από τραγούδι σε
τραγούδι, το κοινό της πλατείας κάθε βράδυ γινόταν μια μαζική
διαδήλωση κατά της δικτατορίας. Από τα ταμεία του θεάτρου Αθήναιον
πέρασαν τότε περίπου 400.000 θεατές!

Τον Ιούλιο του 1974, ο Ιάκωβος Καμπανέλλης με τον ίδιο θίασο
ανέβασε «Το μεγάλο μας τσίρκο Νο 2». Το Νο 1 είχε γράψει τη δική
του, μοναδική ιστορία.


Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ