ΠΡΟΣΩΠΑ

Μια ιστορία που έπρεπε να ειπωθεί

mia-istoria-poy-eprepe-na-eipothei-2037685

Είναι μινιόν, με εξαίρεση την ολοστρόγγυλη, τεράστια κοιλιά της. Στα 37 της περιμένει το πρώτο της παιδί. «Πάντα έλεγα ότι θα ήθελα πρώτα να λύσω τα δικά μου θέματα πριν φέρω στον κόσμο ένα μωρό, να είμαι ήρεμη συναισθηματικά. Πράγματι ήταν, όταν ολοκλήρωσα τη συγγραφή του βιβλίου, που ασυναίσθητα για πρώτη φορά σκέφτηκα ότι είμαι έτοιμη να κάνω ένα παιδί. Απλώς δεν φαντάστηκα ότι παιδί και βιβλίο θα έβγαιναν… μαζί», λέει αφήνοντας ένα συγκρατημένο γέλιο.

Η «Βεβήλωση» της Δήμητρας Πατρικαράκου (εκδόσεις Αρμός) δεν αποτελεί μια συνηθισμένη «πρώτη συγγραφική απόπειρα». Η ίδια ποτέ δεν έγραφε, πέρα από ημερολόγια ως έφηβη, ποτέ δεν είχε αυτό το ψώνιο, όπως λέει. Εγκυμονούσε όμως μια ιστορία που έπρεπε να ειπωθεί. Η Δήμητρα έχει υπάρξει θύμα σεξουαλικής κακοποίησης μέσα στο ίδιο της το σπίτι, ένα κανονικό σπίτι μιας καλής οικογένειας των βορείων προαστίων. Από τα 11 έως τα 17 της, κακοποιούνταν συστηματικά από τον πατριό της, έναν άνθρωπο που κατά τ’ άλλα στεκόταν σαν κανονικός πατέρας σε εκείνη και τις αδελφές της, ένα «καλό παιδί», μακριά από την εικόνα του «βίαιου άνδρα».

Η μητέρα

Σε αναμενόμενη σύγχυση γύρω από το καλό και το κακό, το σωστό και το λάθος, για χρόνια δεν είχε αποκαλύψει σε κανέναν τι συνέβαινε τις νύχτες στο σπίτι, όταν από το κρεβάτι της άκουγε τα βήματά του, ευχόταν να μην καταλήξουν στο δωμάτιό της αλλά κατέληγαν. Και όταν κάποια στιγμή αποφάσισε να μιλήσει στη μητέρα της, μετά την πρώτη έντονη αντιπαράθεση, η μητέρα της έκανε την επιλογή της: η οικογένεια θα έμενε μαζί.
Ηταν ύστερα από χρόνια, στα 33 της, όταν ξεκίνησε για πρώτη φορά ψυχοθεραπεία (αφορμή ήταν η οικονομική καταστροφή της οικογένειας, εκτός των άλλων ο πατριός της είχε φορτώσει στα παιδιά δυσβάσταχτα δάνεια), που άρχισε να «σκαλίζει» αυτές τις μνήμες. «Εως τότε για να επιβιώσω είχα στο μυαλό μου ότι αυτό το πράγμα συνέβη, αλλά δεν με έχει επηρεάσει, είμαι δυνατή, έχω μια χαρά ζωή, δουλειά, φίλους (σ.σ. η Δήμητρα εργάζεται ως σύμβουλος σε μεγάλο φιλανθρωπικό ίδρυμα). Ομως μέσα μου ήξερα ότι κάποια στιγμή θα έβγαινε», λέει στην «Κ».

«Οταν είχαμε αρχίσει να μιλάμε γι’ αυτό το θέμα με την ψυχοθεραπεύτριά μου, θυμάμαι ότι καθόμουν στο κρεβάτι το βράδυ και στο μυαλό μου έρχονταν λέξεις που γίνονταν φράσεις, ολόκληρες παράγραφοι. Κι έτσι μια φορά σηκώθηκα, άνοιξα το λάπτοπ και άρχισα να γράφω».

Το πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου είναι αυτό που έγραψε εκείνη τη νύχτα. Σε αυτό, η Δήμητρα, ή Μίμη όπως τη φώναζαν στο σπίτι, επιχειρεί να αποτυπώσει το βασανιστικό ερώτημα που στιγμάτισε τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια: πώς μπορεί κάποιος να αγαπάει και να μισεί ταυτόχρονα τον ίδιο άνθρωπο; «Από τη μία είχε κάνει ό,τι είχε κάνει, αλλά ταυτόχρονα είχε κάνει και καλά πράγματα. Πώς μπορείς να έχεις τόσο θυμό για κάποιον, αλλά ταυτόχρονα να έχεις και συναισθήματα αγάπης γι’ αυτόν, να έχεις και καλές αναμνήσεις; Αυτό ήθελα να αποτυπώσω». Η συγγραφή του βιβλίου ήταν ψυχοθεραπευτική από μόνη της. Ομως υπήρξε επίπονη. Προκειμένου η καταγραφή να είναι ακριβής, έψαξε και βρήκε τις κασέτες στις οποίες είχε ηχογραφήσει τον πατριό της να παραδέχεται τις πράξεις του. Ο χρόνος είχε καταστρέψει τις ταινίες, αλλά με τη βοήθεια του συζύγου της, το υλικό διασώθηκε. Η συνομιλία τους είναι συγκλονιστική. «Το βιβλίο αυτό ήταν μια ζωντανή διαδικασία. Το ίδιο με οδηγούσε να κάνω πράγματα. Για παράδειγμα, εκεί που έγραφα για την κασέτα, εξοργίστηκα, έκανα save, σηκώθηκα, φόρεσα παπούτσια και πήγα να τον αντιμετωπίσω. Οταν επέστρεψα, κάθισα και έγραψα αυτά που είχαν μόλις γίνει».

Οπλο το όνομά της

Από την πρώτη στιγμή, είχε αποφασίσει ότι θα γράψει επώνυμα, το όνομά της θα ήταν το όπλο της ενάντια στη σιωπή και την ενοχοποίηση των θυμάτων: η ενδοοικογενειακή κακοποίηση παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα ταμπού της ελληνικής κοινωνίας. «Εγώ ήμουν τυχερή, δεν πήρα ποτέ το φταίξιμο πάνω μου. Ομως μέσα από βιβλία και μαρτυρίες που έχω διαβάσει όλο αυτόν τον καιρό, διαπίστωσα πόσοι άνθρωποι φοβούνται ή ντρέπονται να μιλήσουν. Για μένα είναι εξοργιστικό κάποιος να ντρέπεται για κάτι που του συνέβη και στο οποίο δεν συνέβαλε ο ίδιος – ήθελα να αποκηρύξω αυτή την ντροπή. Σύμφωνοι, δεν είναι η καλύτερη συζήτηση για το τραπέζι, δεν είναι ευχάριστο, αλλά ο κόσμος πρέπει να μιλάει γι’ αυτό. Πολλοί μου είπαν να έγραφα το βιβλίο με ψευδώνυμο, ότι θα είχα το ίδιο αποτέλεσμα. “Γιατί να μπεις σε αυτή τη διαδικασία;” ρωτούσαν. Απαντούσα ότι αυτή ακριβώς είναι η διαδικασία που πρέπει να μπει ο καθένας μας, να μην κρυφτεί, να μιλήσει ανοιχτά γι’ αυτό που του έχει συμβεί».

Το βιβλίο της καταρρίπτει όλα τα στερεότυπα γύρω από την ενδοοικογενειακή κακοποίηση. «Ακόμη και ευαισθητοποιημένοι άνθρωποι πιστεύουν ότι αυτά συμβαίνουν μόνο σε περιθωριακές οικογένειες, χωρίς μόρφωση, κάπου αλλού, όχι εδώ. Δεν καταλαβαίνουν ότι συμβαίνει πάρα πολύ συχνά και σε κάθε είδους οικογένεια, ανεξαρτήτως μορφωτικού ή οικονομικού επιπέδου». Σύμφωνα με μελέτες, θύμα σεξουαλικής κακοποίησης πέφτει ένα στα πέντε παιδιά, και συνήθως ο θύτης βρίσκεται μέσα στην οικογένεια.

Πριν από λίγο καιρό, η Δήμητρα απευθύνθηκε στην εισαγγελία προκειμένου να διερευνήσει το ενδεχόμενο να κινηθεί νομικά εναντίον του πατριού της. Την ενημέρωσαν ότι το αδίκημα παραγράφεται 15 χρόνια μετά την ενηλικίωση του θύματος. «Με έναν τρόπο ανακουφίστηκα. Ακόμα και να μπορούσα, δεν ξέρω εάν θα το έκανα, εάν θα αποφάσιζα να τον βάλω φυλακή. Ηξερα ότι με το βιβλίο μου κατά κάποιον τρόπο θα αποδοθεί δικαιοσύνη. Οτι στα μάτια κάποιων, του απλού αναγνώστη, θα καταδικαστεί».